Αναζητώντας τον Τολστόι στο σκοτάδι

Για να είμαστε δίκαιοι, απόπειρες αυτής της έκτασης πρέπει κανονικά να κρίνονται από μόνες τους, σαν «ειδική κατηγορία». «Η δύναμη του σκότους» του Τολστόι από την άποψη της κλίμακας και της ιστορικής προοπτικής αποτελεί ένα από τα βαρύτερα και δυσχερέστερα εγχειρήματα που μπορεί να αναλάβει θίασος του ελεύθερου θεάτρου. Σε τέτοιες περιπτώσεις δεν κρίνουμε μόνο με τα μέτρα της επιτυχίας, αλλά και με τον γνώμονα της τόλμης.

Γιατί δίπλα στο ανέβασμα ενός αληθινά μεγάλου έργου, έρχεται το βάρος μιας θεατρικής παράδοσης, που συνέδεσε το έργο με ορισμένες από τις ιστορικότερες αποτυχίες του νέου αιώνα. Κάπου στα χρονικά του, ο Στανισλάφσκι καταγράφει λεπτομερώς τη δική του αποτυχία - ο νατουραλισμός, τελικώς κατανόησε, σε αυτό το έργο δεν μπορεί να κατακτηθεί με εξωτερικά τερτίπια. Μονάχα εσωτερικά, με αγώνα.

Την ίδια εποχή ο άλλος στυλίτης της πρωτοπορίας, ο Αντουάν, είχε ήδη φτάσει στις δικές του ακρότητες, με αφορμή τον ίδιο αχυρώνα (όπου διαδραματίζεται η «Δύναμη»), δείχνοντας περισσότερο την πίστη του στο περιβάλλον του έργου, παρά υπερασπιζόμενος αληθινά την πραγμάτωσή του. Και έπειτα από μερικές δεκαετίες, τα ίδια πάλι: ο Πισκάτορ και ο Μεσοπόλεμος διεκδίκησαν τότε για λογαριασμό του γερμανικού εξπρεσιονισμού τον τολστοϊκό ζόφο, απορώντας για μια ακόμη φορά και για λογαριασμό μας…

Η αλήθεια είναι ότι όπως συμβαίνει συχνά και με τον Μπρεχτ, οι περισσότεροι από τους σκηνοθέτες γοητεύτηκαν τόσο από το «Σκοτάδι», ώστε λησμόνησαν τον συγγραφέα του. Με αφορμή μια αληθινή υπόθεση που είχε στις μέρες του συγκλονίσει την κοινή γνώμη, ο Τολστόι κατέθεσε κάτι περισσότερο από ένα νατουραλιστικό έργο.

Μια κατά βάθος αλληγορία της δικής του πνευματικής κρίσης, του δικού του μυστικισμού, της θέσης του για τη μετάνοια και άρνηση κάθε βίας. Με άλλα λόγια, στο κέντρο του έργου τίθεται το παράδειγμα μιας κοινωνίας που μακριά από τον Θεό καταδικάζεται σε διαρκή χορό με τον δαίμονα, σε διαρκή κατάδυση προς το Κακό, με μόνη έξοδο την ειλικρινή ταπείνωση. Η «Δύναμη» δεν ανήκει μόνο στον νατουραλισμό. Πρωτίστως ανήκει στον τολστοϊσμό.

Χωρίς αυτόν ο νατουραλισμός του έργου γίνεται μοιραία φόρμα. Ο Νικήτας είναι ένας τοπικός Καζανόβας σε κάποιο χωριό της ρωσικής στέπας, χωρίς σκέψεις για τις συνέπειες των πράξεών του. Με την καθοδήγηση της μητέρας του -και τη σύμπραξη των τριγύρω γυναικών- μεταβάλλει τη φυσική γοητεία του σε μοχλό κοινωνικής ανόδου αλλά και ηθικού εκφυλισμού.

Ωστόσο κάποτε όλα βρίσκουν τα όριά τους: η πρώτη αμαρτία του απέναντι στην αθώα ορφανή Μαρίνα τον βάζει σε μια διαδρομή η οποία νομοτελειακά, αναπόδραστα -και γι’ αυτό τραγικά- θα τον οδηγήσει στην αποτρόπαια πράξη της βρεφοκτονίας, πράξη μάλιστα, που όπως θέλει ο Τολστόι -έναν αιώνα πριν από τον «Σωσμένο» του Μποντ- θέλει να εκτελείται κτηνωδώς και επεισοδιακώς…

Ναι, ούτε σε αυτή τη διασκευή της Ελένης Σκότη και του Γιώργου Χατζηνικολάου εντόπισα πουθενά τον Τολστόι. Δεν την αδικώ. Πόσοι ειλικρινά μπορούν να υπερασπιστούν σήμερα τη μετάληψη της «ρωσικής συνείδησης» του 19ου αιώνα;

Η παράσταση στο Σύγχρονο, για να μην αδικηθεί, πρέπει να σταθμιστεί με τα μέτρα της εποχής: σαν μια εφαρμογή σε μια κοινωνία που έχει θέσει για οδηγό της τον κυνισμό, για κριτήριό της τον ωφελιμισμό και για μέτρο της το άηθες.

Εδώ είναι το κλειδί. Στην εκδοχή του Σύγχρονου τα πρόσωπα δεν είναι «ανήθικα»· είναι αήθη νευρόσπαστα που βυθίζονται σε έναν πολτό από πόθο, λίμπιντο, ωμότητα κι ανάγκη. Από τη νέα διασκευή λείπουν ομολογώ αρκετά: Λείπει η υπερβατική διάσταση -που στο πρωτότυπο φέρνει η (νεκρή;) Μαρίνα.

Η νότα κατάπτωσης που δίνει η (κουφή και χαζή στο πρωτότυπο) Ακουλίνα. Εδώ, ο Νικήτας είναι στην αρχή περισσότερο «γομάρι» παρά κίναιδος, και η μητέρα του συνορεύει με την παλιά «ρουφιάνα» της ηθογραφίας, παρά με τη «λαίδη Μακβέθ της στέπας», όπως ειπώθηκε κάποτε.

Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, η τόλμη του επιχειρήματος είναι εξίσου μεγάλη: θέλει να φέρει στη σκηνή μια (σύγχρονη) κοινωνική πραγματικότητα, άγνωρη τόσο των πράξεών της όσο και της ηθικής τους βαρύτητας. Αν μη τι άλλο, η Σκότη άκουσε από τον Ρώσο δάσκαλο το πάθημά του: για να γίνει κατανοητό το έργο του Τολστόι, η πραγματικότητα πρέπει να κατακτηθεί από τα μέσα… όχι μέσω την αισθήσεων, αλλά μέσω της συναίσθησης των πραγμάτων.

Προχώρησε γι’ αυτό να κατακτήσει την πραγματικότητα του έργου με μεικτή τεχνική, με αφαίρεση κάθε περιττού, με χιούμορ και μπόλικη «χειροποίητη» θεατρικότητα (οι παλιότεροι έφεραν πιθανόν στη μνήμη τους τα επιτεύγματα της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού).

Ο νατουραλισμός ασφαλώς δεν παραλείπεται: συμβαίνει όμως απρόσμενα και βίαια, εκεί που τον έχεις σχεδόν ξεχάσει, σαν έκρηξη. Δείτε για παράδειγμα από τη μια τα κοστούμια και σκηνικά του Γιώργου Χατζηνικολάου: η απόλυτη δήλωση του σύγχρονου θεατρικαλισμού. Και έπειτα, ξαφνικά, αυτό το φτυάρι εμφανίζεται στη σκηνή, γρατσουνώντας και σκίζοντας το παραπέτασμα της θεατρικότητάς της. Πότε πριν είδαμε φτυάρι να λειτουργεί τόσο απόλυτα, τόσο βίαια, τόσο «πραγματικά» στο θέατρό μας;

Η κουβέντα όμως καταλήγει, όπως είναι φυσικό, στους ηθοποιούς. Νομίζω ότι ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι αδικημένος από την κριτική μας. Ο δικός του Νικήτας διανύει μια άγρια πορεία αυτογνωσίας κι εξιλέωσης, αληθινά σύγχρονη και συγκλονιστικά αισθητή. Η Αγορίτσα Οικονόμου παίζει τη Ματριόνα έξοχα, σαν «ρουφιάνα», δίνοντάς της πνοή και βάθος. Η Πέγκυ Τρικαλιώτη δίνει μια απολύτως σύγχρονη απόδοση της Ανίσια: βρίσκει έναν άξονα του ρόλου -τον συνεχή τρόμο- και γύρω από αυτόν κτίζει στη συνέχεια το πρόσωπό της.

Οι υπόλοιποι συγκροτούν έναν θίασο με αξιοπρόσεκτες ερμηνείες -η σφικτή διασκευή δεν τους αφήνει αρκετό χώρο για περισσότερα. Ο Μίτριτς του Γιώργου Ζιόβα και ο Πιοτρ του Μιχαήλ Γιαννικάκη, η Ακουλίνα της Αθανασίας Κουρκάκη, η Ανιούτκα της Μαρίας Προϊστάκη και η Μαρίνα της Βαλέριας Δημητριάδου συνθέτουν με επιτυχία έναν χορό από φιγούρες που πλαισιώνει τα κεντρικά πρόσωπα. Ο Ακίμ του Θανάση Χαλκιά είναι περισσότερο απτός: ο πατέρας του Νικήτα είναι ο τολστοϊκός αντίλαλος του έργου και η μόνη διέξοδος από το τριγύρω σκοτάδι.

Τελικά, η παράσταση δεν κάνει μόνο το έργο του Τολστόι να μοιάζει σημερινό. Κάνει μαζί και το πολυδιαφημισμένο «in-yer-face» θέατρο της Σάρα Κέιν, με τη φρίκη του, να μοιάζει λιγότερο σύγχρονο.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας

Μέλος της
ΕΝΕΔ