Αναμοχλεύοντας τη μνήμη, το σώμα, τη γραφή

ouranos.jpg

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Στην τέταρτη ποιητική του συλλογή Στο σπίτι του κρεμασμένου, ο ποιητής Κυριάκος Συφιλτζόγλου (Δράμα, 1983), έχοντας κατακτήσει ήδη την ιδιοπροσωπία του, καταθέτει μια ελλειπτική, παιγνιώδη και διακεκομμένη –φωτογραφική θα λέγαμε– γραφή, κινούμενος κυρίως στον χώρο του φασματικού και του παράδοξου.

Η ποιήτρια Μαίρη Κλιγκάτση (Φλώρινα, 1985) στην πρώτη της συλλογή, τα Πλευρικά, εμφανίζεται με ένα ερεθιστικό συνθετικό ποίημα.

Και αναρωτιόμαστε τι συνδέει αυτούς τους δύο ποιητές, πέρα από τη νεότητα και την εκφραστική τους αρτιότητα; Και απαντούμε: η σχέση τους με την παράδοση και με τους προπάτορες εν γένει, και συγκεκριμένα ο «υιικός σεβασμός».

Μαίρη Κλιγκάτση  «Πλευρικά»  Ποίηση  Γαβριηλίδης, 2015  Σελ. 62 Μαίρη Κλιγκάτση «Πλευρικά» Ποίηση Γαβριηλίδης, 2015 Σελ. 62 |

Αν λοιπόν ο Συφιλτζόγλου κατάγεται από τα θραύσματα μιας διακειμενικής λογοτεχνικής ατμόσφαιρας μιας εποχής, την οποία και χωνεύει και φωτίζει βάσει της ιδιοσυγκρασίας του, η Κλιγκάτση φαίνεται πως κατάγεται κυρίως από τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Δημήτρη Δημητριάδη, κατορθώνοντας βέβαια να αποτυπώσει τη δική της φωνή και σκοπιά.

Στο πρώτο ποίημα, ενδεικτικά, του Συφιλτζόγλου, ο Φραντς Κάφκα σκοτώνει τον πατέρα του. Στο τελευταίο, ο Ρώσος ποιητής Γιεσένιν αυτοκτονεί. Στο ενδιάμεσο συναντούμε θανάτους ποιητών και άλλων ηρώων και άλλες παράδοξες συναντήσεις και καταστάσεις. Στην Κλιγκάτση, αντίστοιχα, ξεκινούμε με τη Γένεση (3,20): «Και εκάλεσεν Αδάμ το όνομα της γυναικός αυτού Ζωή, ότι αύτη μήτηρ πάντων των ζώντων» και καταλήγουμε στις οφειλές της ποιήτριας στην Τζένη Μαστοράκη.

Ας τους δούμε όμως ξεχωριστά.

Ο χρόνος και οι ποιητές

Στη νέα συλλογή του Συφιλτζόγλου οι χρονολογίες και οι ποιητές γίνονται επισκέψιμοι χώροι και τόποι. Ηδη αυτό φανερώνει έναν ιδιαίτερο ποιητή. Ο ποιητής ως περιηγητής αποτυπώνει με τη φωτογραφική του γραφή στιγμιότυπα και καταλήγει σε κρυπτικά συχνά «συμπεράσματα». Αξίζει επίσης να σημειωθεί η ζωντάνια της γλώσσας του και η λοξή του ματιά.

Κυριάκος Συφιλτζόγλου  «Στο σπίτι του κρεμασμένου»  Ποίηση  Θράκα, 2015, σελ. 34 Κυριάκος Συφιλτζόγλου «Στο σπίτι του κρεμασμένου» Ποίηση Θράκα, 2015, σελ. 34 |

Ενδεικτικά στο «δωμάτιο 1925-Γιεσένιν» ο ποιητής-φωτογράφος μας δείχνει ένα «ξύλινο ρολόι», ένα «φεγγάρι», προσδιορίζει τη φάση της μέρας «μεσάνυχτα» και κεντράρει φωτογραφικά σε έναν «σωλήνα κεντρικής θέρμανσης». Με ένα άλμα –με μια διακειμενική ή ιστορικά υπονοούμενη υποσημείωση– αποφαίνεται ολοκληρώνοντας το ποίημα: «στο σπίτι του κρεμασμένου ποιητή/το ποίημα θα σημάνει το σχοινί».

Ο αναγνώστης, αν γνωρίζει πως στις 28 Δεκεμβρίου 1925, στο δωμάτιο Νο 5 του ξενοδοχείου «Αγκλετέρ», ο Σεργκέι Αλεξάντροβιτς Γιεσένιν κρεμάστηκε από τους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης με το λουρί της βαλίτσας του και πως στο δωμάτιο βρήκαν το τελευταίο ποίημά του γραμμένο με το αίμα του, προφανώς θα σαρώσει αλλιώς τα αφηγούμενα. Αν το αγνοεί, το ποίημα πάλι λειτουργεί μες στην ιδιοτυπία του.

Ετσι, τα ποιήματα αφενός λειτουργούν αυτόνομα σε ένα κλίμα μεταφυσικό-εικαστικό τύπου Ντε Κίρικο και αφετέρου διψούν για αστερίσκους, δηλαδή υπομνηματισμούς που οδηγούν τον αναγνώστη σε άλλα κείμενα και περιστατικά, προσκαλώντας τον σε νέες περιηγήσεις.

Στεκόμαστε επίσης στο έτος θανάτου «δωμάτιο 1968-Γκαγκάριν», του πρώτου Σοβιετικού κοσμοναύτη, και στο «δωμάτιο 1938-Μπουχάριν», έτος εκτέλεσης του γνωστού θεωρητικού του μαρξισμού.

Ο ποιητής κινείται με άνεση λοιπόν στον καλλιτεχνικό και στον ιστορικό χώρο, επιδεικνύοντας επίσης τον δέοντα «υιικό σεβασμό», για να προχωρήσει στον παράδοξο και πολυκατοικημένο του κόσμο, έναν κόσμο πραγματικά διακριτό και αναγνωρίσιμο.

H λέξη ως αγία μητέρα

Σε μια εποχή όπου ο «υιικός σεβασμός» φαίνεται να ισοπεδώνεται, και σύμφωνα με τον Γάλλο στοχαστή Badiou «αποτελεί ακριβώς ένδειξη μοναδικότητας», οι ποιητές μας και εν προκειμένω η Κλιγκάτση αποδίδει τις οφειλές της και μας δείχνει ποιητικά τη γέννηση του ποιητικού της προσώπου.

Οταν συγκεκριμένα μιλάει για «Γλώσσα πρωτόπλαστη και άκοπη» και όταν μας λέει «Είν’ Αυτή η γλώσσα κι είμαι Εγώ το αμίλητο νερό που πίνει», ανιχνεύουμε αποχρώσεις του Αξιον Εστί και του Μονογράμματος του Ελύτη, αντιστοίχως. Από τη μία πλευρά λοιπόν καταφεύγει σε στιβαρές ποιητικές γραφές κι από την άλλη απαντά στη δεδομένη κατακερματισμένη ηχώ και στην ένταση μιας εποχής, αξιώνοντας ή επανα-επινοώντας μια συνέχεια.

Η ποιήτρια εξαρχής ξεκαθαρίζει τις προθέσεις της. Μας λέει πως «η λέξη», «αυτή είναι η δύναμη», «αυτή η άγια μητέρα» και προστάζει τον εαυτό της να γίνει «χοάνη» της λέξης, ταυτίζοντας τη λέξη με την πράξη και αξιώνοντας συνάμα «μη μου τις πράξεις ελέγξεις».

Μ’ αυτό το από συστάσεως κόσμου βλέμμα, γλωσσοκεντρικό και πλαγίως ψυχαναλυτικό συνάμα, η ποιήτρια κινείται προς συμβολικούς φόνους και αναπάντεχες χειραφετήσεις, επικεντρώνοντας στη γλώσσα-λέξη, στη θηλυκή της πλευρά την οποία φορτίζει με θεολογική πνοή.

Στις καλύτερές της στιγμές, ενδεικτικά, μας μιλά για «υποψίες που γλιστράν στις ρόδες σαν έμμηνα» («εθνική οδός»), «να γίνεις λίγο ανθρώπινος και πάσχων […] εγώ οι όλες/εγώ οι νεκρές/εγώ οι αναστημένες/οι επιθανάτιες πάλι/φωνάζουμε και σκούμε» («εργόχειρο») για να κερδίσει και να φανερώσει την ιδιοπροσωπία της στο «χαίρε, του πεσόντος Αδάμ η ανάκλησις», με το κοφτό, συνειρμικό και επικαλυπτόμενο διαλογικό της ύφος.

Μέλος της
ΕΝΕΔ