Ανάμεσα σε δύο όχθες

festival_athinon_to_gefyri_toy_drinoy.jpg

Φεστιβάλ Αθηνών, «Το γεφύρι του Δρίνου» Φεστιβάλ Αθηνών, «Το γεφύρι του Δρίνου»

Μπορεί πιθανόν το εξαιρετικής επεξεργασίας «χορικό» των Πολωνών να έκλεψε τις εντυπώσεις και η παιχνιδιάρικη παρουσία των Αγγλων με τον δικό τους Σέξπιρ να προκάλεσε -όπως συμβαίνει πάντα με αυτούς- τη ζωηρότερη συζήτηση, ωστόσο από πολλές απόψεις η προχθεσινή παρουσίαση στα ελληνικά του «Γεφυριού του Δρίνου» με τη διδασκαλία του Σέρβου Νικίτα Μιλιβόγεβιτς μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη αληθινά «σημαντική» εκδήλωση του φετινού Φεστιβάλ.

Η κατάμεστη αίθουσα της Πειραιώς χωρίστηκε στη μέση από μια μεγάλη -απλή στην κατασκευή της- σκαλωσιά του Κένι ΜακΛέλαν, σκεπασμένη με μαύρο πανί, που έκρυβε τη μία πλευρά της πλατείας από την απέναντι.

Και στην κορυφή, ψηλά, πέντε όλοι κι όλοι ηθοποιοί επιχείρησαν να αποδώσουν (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό σήμερα) το τρομερό χρονικό του Αντριτς, για ένα γεφύρι υπαρκτό, που ενώνει υπαρκτούς κόσμους και υπαρκτούς χρόνους με έναν τρόπο πέρα από την ίδια την Ιστορία και την εξιστόρηση, με τρόπο ουσιαστικά αόρατο κι ανύπαρκτο πέραν του μύθου.

Εκείνο όμως που κάνει αληθινά «τρομερό» το μυθιστόρημα του νομπελίστα συγγραφέα, μέλους, οραματιστή και εργάτη μιας χώρας που δεν υφίσταται πια, της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο, δεν είναι η θαυμαστή ικανότητά του να εκθέτει με απλότητα, ηρεμία και σχεδόν θυμοσοφική διάθεση τα όσα συνέβησαν πάνω στο γεφύρι και γύρω από αυτό στη διάρκεια τεσσάρων αιώνων και ανάμεσα σε τόσους λαούς και θρησκείες.

Αλλά η πολύ πιο θαυμαστή ικανότητα του ίδιου του συμβόλου του, του γεφυριού, να επαναμαγεύεται, ακόμα και όταν το ίδιο το χρονικό επιχειρεί να του προσδώσει πιο «αντικειμενικά» δεδομένα, σαν ελατήριο που τραβιέται κι όμως επιστρέφει πάλι στην αρχική του θέση.

Τι κρύβουν τα θεμέλια;

Κι έτσι όπως συμβαίνει πάντα στον βαλκανικό κόσμο, δεν γνωρίζεις τι εξυπηρετεί καλύτερα την αλήθεια: το γεφύρι φτιάχτηκε τάχα για να ενώσει δύο όχθες ή σαν τάμα στον Αλλάχ και ανάγκη της ψυχής του δωρητή του να επουλώσει κάποιο παλιό ρήγμα μέσα του;

Τι να ισχύει; Φτιάχτηκε με τα υλικά της εργολαβίας ή από φτερά αγγέλων; Κι αληθινά -όπως διαβάζουμε την ιστορία- τι να βρίσκεται στα θεμέλιά του;

Αν κρίνεις από την ιστορία που μεταφέρει ο Αντριτς, τα δίδυμα που στοιχειώνουν τα θεμέλια κι ο αράπης που τρομάζει από την καταπακτή του τα μικρά παιδιά, μοιάζουν να ερμηνεύουν καλύτερα την άρρητη ζωή του γεφυριού από όλες τις αραδιασμένες «αντικειμενικές» πληροφορίες μας.

Να περάσει όλο αυτό σε παράσταση, ούτε λόγος. Φαντάζομαι όμως πως για τους Σέρβους το έργο του Αντριτς θα είναι παραπάνω από «παρακαταθήκη»: κινδυνεύει από γεφύρι το ίδιο διάβασης στην άλλη πλευρά να γίνει εργαλείο μισαλλοδοξίας.

Βάλτε για λίγο από τη μια πλευρά του «γεφυριού» την -μάλλον κακόγουστη- ιδέα του Κοστουρίτσα να χτίσει την «πόλη του Αντριτς» στο Βίσιενγκραντ και από την άλλη όσα έχουν διατυπωθεί εναντίον του συγγραφέα από μουσουλμάνους, Βόσνιους και Κροάτες.

Τέλος πάντων, με δυο λόγια, Βαλκάνια είναι αυτά, έχουμε τον δικό μας τρόπο να χτίζουμε γέφυρες και να τις γκρεμίζουμε. Για τους Σέρβους όμως το ίδιο το μυθιστόρημα δημιουργεί -φαντάζομαι- πρόβλημα στη σύγχρονη πρόσληψη και κατανόησή του.

Οχι για εμάς. Στο κοινό σίγουρα θα βρίσκονταν πολλοί που έχουν διαβάσει και έχουν κατά νου το μυθιστόρημα. Που μαγεύτηκαν από την ιστορία και την πλατιά του ιθαγένεια (η οποία διασχίζει μάλιστα και τη δική μας Ιστορία κάθετα και οριζόντια, φέρνοντας εικόνες που ξεκινούν από τον Παπαδιαμάντη και καταλήγουν στον… «Μεθύστακα» του Μακρή). Οσοι έχουμε διαβάσει λοιπόν το «Γεφύρι του Δρίνου», περιμέναμε μια πλατιά, μεγάλη και πλούσια από την παράσταση εμπειρία.

Στη θέση της είδαμε μια διασκευή που κουβαλούσε από το μυθιστόρημα μονάχα νησίδες, ξεκομμένες μάλιστα από τον άξονα που στο πρωτότυπο ενώνει τα διάφορα μέρη σαν χάντρες σε κομπολόι.

Εκείνο που μας έλειψε ήταν η συμβολική και αληθινή παρουσία του ίδιου του γεφυριού, χτίσμα που θυμίζω ότι εκθειάζεται για την αρμονία και στέρεη ομορφιά του, το οποίο διόλου δεν σχετίζεται με αυτό τον μαύρο, αντιπαθητικό όγκο που στέκεται τώρα μπροστά μας.

Και μας έλειψε και κάτι ακόμη: Η μαγική βαλκανική ψυχοτροπία, που όταν ο χρόνος αραδιάζει τις αφηγήσεις με τη σειρά αυτή τις ξαναβάζει σε κύκλους.

Το παιδομάζωμα, λόγου χάρη, της τουρκοκρατίας επαναλαμβάνεται σαν στράτευση επί Αυστροουγγαρίας -και πόσες φορές δεν συναντούμε στο έργο την ίδια εναλλαγή οπισθοδρόμησης και προόδου, όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά, κι όχι βέβαια με την ίδια σειρά για όλους.

Νομίζω ότι η παράσταση απευθυνόταν εξαρχής σε όσους γνωρίζουν καλά το έργο του Αντριτς, έχουν κουραστεί από τους εθνικιστικούς λόγους αξιοποίησής του και θέλουν να δουν εξάρσεις της κρυφής του ποιητικότητας.

Αλλιώς δεν εξηγείται ότι παραλείπονται μεγάλα κομμάτια από αυτό (ειδικά στο τέλος το πράγμα μοιάζει με ταινία που κόπηκε άτσαλα στο μοντάζ από τον παραγωγό), ενώ άλλα παραμένουν απλώς ασύνδετα.

Τα πράγματα βέβαια γίνονται θερμότερα με την παρέμβαση αυτοσχεδιασμών από τους ηθοποιούς (όπως στο επεισόδιο με τον χαρτοπαίκτη), την αλλαγή της αφηγηματικής σειράς (στο επεισόδιο με τον γάμο της κόρης), τη συχνή πρωτοπρόσωπη απόδοση ή ακόμα με τη θεατρικαλίστικη παρουσίαση (στο φαρσικό επεισόδιο της συνάντησης των κεφαλών της πόλης με τον Αυστροούγγρο αξιωματικό) και τα ευρηματικά σκηνικά οροφής του ΜακΛέλαν.

Ωστόσο, αν εξαιρέσει κανείς μερικές καλές ιδέες, η υπόλοιπη παράσταση αποτελούσε εν πολλοίς ακόμη μια -στη στοίβα των πολλών- από εκείνες τις περίπου μεταμπρεχτικές προτάσεις που θα τις περιέγραφα γενικά ως εξής: «γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως δεν μπορούμε να αποδώσουμε το έργο, οπότε συμβιβαστείτε εξαρχής με τη δική μας ομολογημένη ανεπάρκεια, δείτε την έλλειψη σαν στυλ και την ελλειπτικότητα σαν μέσον».

Δεν είναι όλα Μπρεχτ

Οτι οι ηθοποιοί (Σοφία Κόκκαλη, Θάνος Τοκάκης, Μιχάλης Τιτόπουλος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κώστας Κορωναίος) ήταν φανερά ανέτοιμοι και αβέβαιοι για ό,τι έκαναν γινόταν φανερό στα σαρδάμ και την αδυναμία τους να αρθούν σε κάτι παραπάνω από έναν «παρουσιαστή» του έργου: λίγη παραπάνω δουλειά στην ηθογραφία, στο ύφος, την εποχή, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν: δεν είναι όλα Μπρεχτ…

Και μια που είπα Μπρεχτ, θυμήθηκα την τελευταία σκηνή και το κομφούζιό της. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο -όπως καταλήγει το μυθιστόρημα- μια οβίδα καταστρέφει κάποια από τις αψίδες του γεφυριού (δεν είμαι σίγουρος ότι γίνεται τόσο σαφές στην παράσταση, αλλά τέλος πάντων).

Το πανί τότε φεύγει ξάφνου από μπροστά μας και το κεντρικό μέρος του σκηνικού ανασηκώνεται -σημάδι πως η γέφυρα «κόπηκε» στη μέση…

Ναι, αλλά το δικό μας συναίσθημα δεν είναι διόλου σύμφωνο με αυτό το κακό! Το αντίθετο μάλιστα: Ετσι που φεύγει το μαύρο πανί και το μάτι μας ξεμουδιάζει στους απέναντι, σαν να αισθανόμαστε πως κάτι ευχάριστο συνέβη, κάτι που μάλλον ενώνει και φέρνει κοντά…

Ωραία αποστασιοποίηση, ασφαλώς, αλλά τι ακριβώς επιδιώκουμε εδώ; Και το να ακούει κανείς να εκφωνούνται τα όμορφα λόγια του Επιλόγου της παράστασης, για όσους ενάντια στην τάση για καταστροφή χαρίζουν στην ανθρωπότητα κάτι στέρεο και διαχρονικό σαν το γεφύρι του Δρίνου, μπροστά σε μια αληθινή… σκαλωσιά, μοιάζει ζηλευτά μπρεχτικό –αλλά μου φαίνεται για λάθος λόγους.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας