Αμετανόητη δεξιά, αλλά αξιολάτρευτη και αθώα

theatro.jpg

«Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», Θέατρο του Νέου Κόσμου - Δώμα

Ο μονόλογος του Κώστα Σωτηρίου «Σταματία, το γένος Αργυροπούλου», είναι επίτευγμα εφάμιλλο ενός Αλεξάνδρου κι ενός Κοτζιά. Μια γυναίκα, εκπρόσωπος της κοινωνικής μερίδας που διαμόρφωσε με το ήθος της (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) τη μεταπολεμική κατάσταση, φωτίζει και την αντίπαλη πλευρά. Τον κόσμο των δύο αντίθετων ιδεολογικών στρατοπέδων. Και δίνει στην Ελένη.

Πότε, τα τελευταία χρόνια, πέρασε χειμώνας χωρίς μία έστω σημαντική ερμηνεία σε γυναικείο μονόλογο; Για πολλούς λόγους, προφανείς πιστεύω στους περισσότερους, το θέατρό μας ευτύχησε στα γυναικεία πορτρέτα του. Γεγονός που έχει στρέψει τους περισσότερους των συγγραφέων μας στην κατά καιρούς μεταφορά κάθε λογής γυναικείας μορφής, σε κάθε πιθανή κατάσταση, πάνω στη σκηνή.

Για να είμαστε ειλικρινείς, το προφίλ της γυναίκας αποτέλεσε πάντα ένα από τα φετίχ του αστικού θεάτρου, είτε γιατί το κρίσιμο για την επιτυχία του κοινό συντίθεται από γυναίκες, είτε γιατί η γυναίκα υπήρξε η κιβωτός των μυστικών, προσδοκιών, απωθημένων και αποκαλύψεων της αστικής τάξης. Η ευαισθησία απέναντι στις γυναίκες απέκτησε στην Ελλάδα ακόμα μια εσωτερική πτυχή: ήταν η ανάδειξη της γυναίκας με όλα τα κατηγορούμενα και τις περιφράσεις της, σαν ριζικού θεμέλιου της νεοελληνικής ταυτότητας, πυλώνα της ιθαγένειας, αλλά και μάρτυρα της σιωπηρής και σκληρής επιβίωσης της φυλής, σε δύσκολους καιρούς.

Τέλος πάντων, αυτό που θέλω να πω είναι πως από κάθε άποψη ο γυναικείος μονόλογος στο ελληνικό θέατρο είναι θέμα από καιρό κορεσμένο, έστω κι αν με μυστηριώδη τρόπο, συνεχίζει, -κάθε, μα κάθε χρονιά-, να ανατροφοδοτείται με νέες προτάσεις. Εδώ, όμως, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, έχουμε κάτι διαφορετικό. Εχουμε την περίπτωση ενός γυναικείου μονόλογου, που αγγίζει τα πράγματα από μια αναπάντεχη σκοπιά και που ξεδιπλώνει τον βίο μιας τυπικής σε όλα της γυναίκας, σαν ανεπάντεχη όμως εξαίρεση στον κανόνα.

Πράγματι, δεν βρίσκεται εύκολα άλλη περίπτωση γυναικείας μορφής στο θέατρό μας σαν αυτήν της κυρίας Σταματίας. Κόρη καλής οικογενείας –στην ουσία της τυπικά μικροαστικής, με το γνώριμο κουσούρι του μικροαστισμού να θέλει να δείχνει κάτι περισσότερο από ό,τι αληθινά είναι-, και κυρίως συσταζούμενη: με σωστή διαπαιδαγώγηση, κραταιά φρονήματα κι αταλάντευτες αρχές, σε χρόνους και καιρούς μάλιστα πολύ ελαστικούς ως προς τα ανωτέρω. Κόρη τμηματάρχη, λοιπόν, και γόνος του η Σταματία, με γλώσσα μεικτή, κωμική στους τύπους κι ωστόσο χυμώδης κι αποκαλυπτική, όταν στρέφεται σε όσα αφορούν το ήθος και τις παρεκτροπές των υπολοίπων.

Ατυχη όμως πολύ, καθώς στην αρχή κιόλας της νεότητάς της έτυχε να χάσει τον αρραβωνιαστικό από νάρκη, κατάλοιπο του Εμφυλίου και ώς ένα βαθμό συνέπεια του εθνικού πεπρωμένου. Και από τότε, η Σταματία, σταθερή στις αρχές που χάραξαν οι εθνικές διδαχές και που έχουν διαποτίσει το είναι της, πιστή στην αγαμία και την ηθική αυστηρότητα, διασχίζει τους χρόνους του κοινού μας βίου μέχρι τη σημερινή διάλυση, την αποδόμηση, τον κυνισμό και τη γενικευμένη απορία.

Το πιο σημαντικό όμως, κι αν θέλετε, το αληθινά πολύτιμο για το θέατρό μας, είναι πως η Σταματία, το γένος Αργυροπούλου, όπως θα το έχετε κιόλας καταλάβει, είναι αυτό που λέμε «δεξιά». Δεξιά οριζοντίως και καθέτως, χωρίς ερωτηματικά, αποσιωπητικά ή ρωγμές. Από την κορυφή ώς τα νύχια. Και είναι ακριβώς αυτό το ευτύχημα του θεάτρου μας, που αφορά την κατάθεση του Κώστα Σωτηρίου.

Με αυτό τον μονόλογο το θέατρό μας μπόρεσε να συμπεριλάβει στις τάξεις του μια ακόμα πτυχή της ιθαγένειας, ένα «κοντινό» μας πρόσωπο, την εκπρόσωπο μιας κοινωνικής μερίδας που αποτέλεσε τον βασικό διαμορφωτή της μεταπολεμικής κατάστασης, αλλά και τον κύριο υπόλογό της. Το ότι ο Σωτηρίου μπόρεσε να φιλτράρει όλη τη μεταπολεμική εξέλιξη μέσα από τα μάτια αυτής της τάξης (και κυρίως μέσα από το ήθος της), και να αναδείξει μέσω αυτού την απέναντι μεριά, αποτελεί κατά τη γνώμη μου επίτευγμα εφάμιλλο ενός Αλεξάνδρου κι ενός Κοτζιά. Γιατί με παράδοξο τρόπο, καθώς αναγνωρίζουμε τη Σταματία, αναγνωρίζουμε διαμέσου αυτής και την άλλη πλευρά. Ενα βαθιά προκατειλημμένο πρόσωπο μας οδηγεί σε μια απροκατάληπτη αλήθεια.

Μια στενάχωρη αλήθεια. Γιατί κι αν μπορούμε να πούμε πολλά για τα επιμέρους, αυτό που λάμπει στο μέσον της πλαγίας αφήγησης της Σταματίας είναι ο κόσμος των δύο αντίθετων ιδεολογικών στρατοπέδων, με αταλάντευτες αρχές, ήθος και πεποίθηση. Μια γενιά κατεστραμμένη κι ερειπωμένη, λειψή κι ανολοκλήρωτη ίσως. Αλλά όρθια. Πώς, αλήθεια, φαίνεται με φόντο αυτήν τη διαπίστωση η παρουσία μιας νέας, επόμενης γενιάς, διαλυμένης από τη μια στην αμφισβήτηση και την απόσυρση, κι από την άλλη –ακόμα χειρότερα!- στον νεοφασισμό;

Θέλω να σταθώ σε αυτό. Η Σταματία βγάζει ασφαλώς άφθονο γέλιο στην κωμική της ανελαστικότητα, στη νόθα γλώσσα της, στις εκρήξεις της υστερίας της. Γελοία πάντως δεν είναι. Είναι μια κοντινή μας φιγούρα, μια οικεία και ζεστή στον παραλογισμό της γειτόνισσα. Εχει μια νότα αγάπης και συγκατάβασης. Κερδίζει τον σεβασμό μας γιατί μένει σταθερή στις αξίες της. Και επειδή υπάρχει ως αληθινός άνθρωπος, επειδή νιώθεται και αγγίζεται, παραμένει ώς το τέλος αξιολάτρευτη. Μια περίπτωση για την ιστορία ίσως αμετανόητη, για την ιατρική προβληματική. Αλλά για εμάς, για το θέατρο, αθώα.

Αυτή η γυναίκα είναι μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα της Ελένης Ουζουνίδου. Η Σταματία της, άλλοτε υστερική κι άλλοτε επιθετική, άλλοτε μειλίχια και ζεστή, διαβαίνει με σταθερό βήμα την ανθρωπιά και την κατανόηση. Οποιος φύγει από το θέατρο κοροϊδεύοντας την, δεν έχει καταλάβει νομίζω ούτε την ηθοποιό ούτε τον αγώνα της. Δεν έχει εννοήσει το δέσιμο του κειμένου με τα υπαινικτικά σχόλια του σκηνοθέτη Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου (ένα κάγκελο που δείχνει στην εσωτερική φυλακή, κάποιο φύσημα αέρα, κι ασφαλώς οι απεγνωσμένες εκδηλώσεις του αδικημένου σώματος). Τα σεμεδάκια της Μαγδαληνής Αυγερινού, που από σκηνικό μετουσιώνονται σε νυφικό και σε στολή καλόγριας είναι, νομίζω, το πυκνότερο σε σημασίες αντικείμενο τον τελευταίο καιρό στο θέατρό μας.

Με αυτήν τη γραφή, με τη μορφή αυτή και με αυτή την ερμηνεία, το θέατρό μας μπορεί να νιώθει πληρέστερο κι ευτυχέστερο.