Αγρια ποίηση χωρίς «χάρτινο φεγγαράκι»

naypliotoy fragkoylis tzimoy

Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Θεοδώρα Τζήμου, Αγγελος Τριανταφύλλου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αdrian Frieling Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Θεοδώρα Τζήμου, Αγγελος Τριανταφύλλου, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Αdrian Frieling

Να ξεκινήσω κι εγώ από τη μετάφραση του τίτλου, που καθώς φαίνεται, έκλεψε την παράσταση από τη μαρκίζα του Δημοτικού στο ανέβασμα του Τενεσί. Βασικά ερωτήματα μεταφρασιολογίας λοιπόν - έστω κι από τύποις αναρμόδιο: Αν για κάποιο λόγο θα έπρεπε να παραπέμπει ο τίτλος της μετάφρασης στην αμερικανική πραγματικότητα του έργου μετά τον πόλεμο, τότε θα έπρεπε το περίφημο «streetcar» του τίτλου του να αναφέρεται σε ένα αντίστοιχο ελληνικό φτηνό και λαϊκό μέσο μεταφοράς (κάτι ας πούμε σαν το δικό μας «τρόλεϊ»), που σε πηγαίνει τζιφ στον προορισμό σου και το οποίο έχει για όνομα κάποιον ευφημισμό της μίζερης κοινωνικής πραγματικότητας…

Κι όμως. Περιέργως η πρώτη μετάφραση επέλεξε να μεταφράσει το «streetcar» σαν «Λεωφορείον», ακόμα κι αν ήξερε καλά το τραμ, και το χρησιμοποιούσε συχνά, ακόμη κι αν το είχε για να συνδέει, όπως εδώ, περιοχές λαϊκές και μόνο κατ’ όνομα «παραδείσιες»… (σαν εκείνο το «Τραμ το τελευταίο»).

Στην τωρινή μετάφραση του Δημοτικού από τον Αντώνη Γαλαίο επιλέγουμε αντίθετα τη λέξη «τραμ». Οταν ούτε πια η λέξη ούτε το ίδιο το μέσον παραπέμπουν στην πραγματικότητα της Ορλεάνης ή σε κάποια αντίστοιχη ελληνική. Αν δεν κάνω λάθος μάλιστα, το τραμ σήμερα φέρνει στον νου ένα ατσαλάκωτο μέσο μεταφοράς, προίκα των Ολυμπιακών, ελαφρώς ελιτίστικο και κάπως τουριστικό, κατάλληλο για να συνδέει μέρη σαν τους Στύλους με το παραλιακό μέτωπο της πρωτεύουσας…

Γιατί η περίεργη αυτή αντιστροφή; Γιατί η πρώτη μετάφραση του Θεάτρου Τέχνης, το 1949, δεν στόχευε στην απόδοση μιας κάποιας «αντικειμενικής πραγματικότητας», αμερικανικής ή ελληνικής, αλλά στην ποιητική πραγματικότητα ενός κόσμου που αγωνιζόταν ο Κουν να διαβάσει στα τότε έργα του και να ανεβάσει στη σκηνή του.

Είχε για την παράσταση μια Μερκούρη στον ρόλο της Μπλανς και έναν Διαμαντόπουλο για τον ρόλο του Κοβάλσκι – είχε έναν Τενεσί να προβάλλει στο φέγγος του λεγόμενου «ποιητικού ρεαλισμού», όπως κι έναν Βαχγκάνκοφ να του ψιθυρίζει στο αυτί πως για να αισθανθείς την αλήθεια πρέπει να τη φέρεις -όπως η Μπλανς- στο ημίφως. Ευτυχώς, δεν είχε κι από πάνω της τον κινηματογραφικό θρύλο, που μόλις δύο χρόνια μετά, το 1951, θα έβαζε τον Καζάν, τη Λι, και κυρίως τον Μάρλον Μπράντο καταμεσής των ονείρων.

Η τότε μάχη στα σωθικά ενός «θέατρου τέχνης» μαινόταν ανάμεσα σε μια ομαδική πρόταση και στον πρωταγωνισμό. Για μια τέτοια μάχη ο τίτλος «Λεωφορείον ο Πόθος» εξυπηρετούσε πολύ. Λειτουργούσε σαν αντίβαρο στον ενδόμυχο πρωταγωνισμό του έργου, πρόσφερε μια υπενθύμιση πως η ουσία δεν βρίσκεται στις ερμηνείες ή στα πρόσωπα, αλλά σε κάτι ανάμεσά τους, σε κάτι που συναρμόζει σε αυτά σαν πεπρωμένο. Το πρώτο εκείνο «Λεωφορείον» διαβαζόταν τότε και σαν «Ειμαρμένη».

Οπως και να ’χει, απ’ όπου κι αν πάρουμε το «Λεωφορείο» μάς αφήνει πάντα σε έναν μύθο: σε έναν Κοβάλσκι, μια Ντιμπουά, ένα κλίμα, μια πραγματικότητα, μια θεατρικότητα. Καιρός για ξάφνιασμα λοιπόν! Το «Τραμ με το όνομα Πόθος» είναι μια μετάφραση που πριν από όλα υπηρετεί το παραξένισμα, πριν ακόμη αρχίσει η τεχνική του ξυπνήματος από τον μύθο στη σκηνή του Δημοτικού και τον Μιχαήλ Μαρμαρινό.

Θέατρο της αποξένωσης

Μα είναι έργο το «Λεωφορείον» για ανατροπές; Σαν «Λεωφορείον» ίσως όχι - σαν «Τραμ» όμως ναι. Πρέπει να θυμηθούμε ότι κι ο Τενεσί κρύβει στο εσωτερικό του μια αντίσταση στο αμερικανικό όνειρο και στη νάρκη του, σε αυτό που τότε ονόμαζαν φωτογραφικό ρεαλισμό και ερμηνεία του Μπροντγουέι.

Ο ίδιος εξάλλου υπήρξε πάντα αμφίθυμος με τον τρόπο επιτυχίας του έργου του, κριτικός απέναντι στην υποκριτική ιδιοφυΐα του Μπράντο (που όπως έλεγε εκτροχίασε το «Τραμ» και το επανατοποθέτησε σε άλλες ράγες) και -κρατώ το καλύτερο για το τέλος- επίμονος σε μια ανάγνωση του «Πόθου» που να μη στέκεται στην ανάλυση των προσώπων (αυτή ούτως ή άλλως παραμένει θολή), όσο στην κριτική των πράξεών τους και στον τρόπο που αυτή καθορίζει το πεπρωμένο.

Σύμφωνοι, δεν καταλήγουμε με αυτά στον Μπρεχτ. Μας αρκούν όμως για να φτάσουμε στον Πισκάτορ. Και μαντέψτε ποιος άραγε καθόταν στα πρώτα έδρανα των μαθημάτων του εξπρεσιονιστή πολιτικού σκηνοθέτη, όταν αυτός κατέφυγε κάποτε πρόσφυγας στην Αμερική. Καλά το μαντέψατε: ο Τενεσί Ουίλιαμς.

Η διδασκαλία του Μαρμαρινού στο Δημοτικό είναι μια ανατρεπτική παράσταση με αυτή την έννοια. Σκηνικά οφείλει πολλά στον Πισκάτορ. Ερμηνείες δουλεμένες σε τρίτο πρόσωπο, επιτηδευμένα θολές (κυρίως του Σταν από τον Χάρη Φραγκούλη), σαν να σε φοβούνται να δεις στο εσωτερικό τους (αυτή δεν είναι η Μπλανς της Μαρίας Ναυπλιώτου;) ή σαν να μην υπάρχει κάτι «εσωτερικό» για να το δεις. Πράξεις αντί για «συναισθήματα» (βλέπε τη Στέλλα της Θεοδώρας Τζήμου).

Λέξεις στην οθόνη αντί για ερμηνείες. Περίεργες οπτικές και λοξές μεγεθύνσεις της Μπλανς στο βάθος (κι αυτό αν είναι Πισκάτορ!). Το θέατρο της αποξένωσης, της ψυχολογικής χειρονομίας και της αφήγησης, με ωμό αντρικό γυμνό αντί για «ερωτισμό», πρόκληση αντί για υπονοούμενο, καθαρό θέατρο αντί για σκηνικούς υπαινιγμούς (η Ευαγγελία Καρακατσάνη και ο Αdrian Frieling λειτουργούν σαν κομπέρ).

Δεν αδικώ όσους αγαπούν το έργο του Τενεσί μέσα από τον μύθο του. Μήπως δεν μοιράζομαι κι εγώ την ίδια στυφή αίσθηση όταν συναντώ έναν Κοβάλσκι χωρίς το φανελάκι του Μπράντο, μια Μπλανς χωρίς την «καλοσύνη των ξένων» της Λι ή της Μερκούρη;

Μήπως δεν προσπαθώ κι εγώ να εισέλθω στο στενό δυαράκι της Ορλεάνης με τα χάρτινα φεγγαράκια του Γκάτσου και του Χατζιδάκι, όταν η παράσταση του Δημοτικού με πετάει στον δρόμο, κι αντί για το ζεστό ντους της Μπλανς, με αφήνει να νιώσω τα ρίγη του επικού στην πλάτη; Κατανοώ όμως την προσπάθειά της, όταν την ακούω να διδάσκει: «Μη συγκινείσαι με την Μπλανς και μη σαγηνεύεσαι με τον Κοβάλσκι – σκέψου τι τους ωθεί σε αυτό το τέλος. Και ύστερα, όταν τελειώσει η παράσταση, σκέψου τι ωθεί εσένα να τους μοιάζεις τόσο»...

Υπάρχει ποίηση σε αυτή τη διδαχή, αρκεί να την ανακαλύψουμε σε μια ποίηση πιο άγρια, χωρίς το «χάρτινο φεγγαράκι», με τον βιασμό όμως της Μπλανς να ξεκινά σαν κοκορομαχία και να εξελίσσεται σε αληθινό κανιβαλισμό. Με τη μουσική των μπλουζ (Αγγελος Τριανταφύλλου) και τις φωνές να αντηχούν σαν κραυγή πνιγμένου. Και τους φωτισμούς του Γιάννη Δρακουλαράκου να αφηγούνται, αντί να διακοσμούν την υπόθεση.

Αν αυτό είναι η παράσταση της Μπλανς και του δικού της «Τραμ», της αξίζει μια έξοδος θεατρική, με την μπάντα να ακολουθεί, παιανίζοντας τη θλίψη. Αξίζει και σε εμάς μια κάθαρση, που όπως θα έλεγε κάποτε ο Χορός μιας τραγωδίας, θα έλθει όταν τα ανθρώπινα και τα τετελεσμένα αφήσουν τη σκιά τους πάνω μας.

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας