Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ομηρος τραγούδησε στην Ιλιάδα τον θυμό, την μήνιν, του Αχιλλέα. Ηταν ο θυμός αυτός, ο δίκαιος, ενάντια στον Αγαμέμνονα, το πρώτο ποιητικό κινούν του έπους αυτού που, όπως και η Μαχαμπαράτα, έχει αγγίξει την κατ’ εξοχήν φονική επιδημία, αυτήν του πολέμου.

Ο Αχιλλέας δεν ήθελε να πάει στον πόλεμο.

Τον αδελφοκτόνο αυτόν πόλεμο, όπου φίλοι και εχθροί έχουν τους ίδιους θεούς, μιλούν την ίδια γλώσσα. Κάνει τα πάντα για να μην πάει. Δεν τα καταφέρνει.

Βρίσκεται λοιπόν παρά τη θέλησή του εκεί, στις όχθες της Τροίας, όχθες που θυμίζουν την είσοδο στην Αχερουσία και στον Αδη, χωμένος στη σκηνή του να μην ξέρει τι κάνει και πού βρίσκεται.

Μέχρι που ο πόνος, ο βαθύς πόνος της απώλειας του αγαπημένου φίλου, του Πάτροκλου, τον αναγκάζει να βγει από την απάθειά του, την αποχώρησή του από τα πολεμικά εγκόσμια και να πάρει μέρος στη μάχη, σκοτώνοντας τον Εκτορα.

Επειτα από αυτό, φτάνει και η σειρά του. Το σώμα του, το ανέγγιχτο από τον θάνατο, το σώμα του το σχεδόν αθάνατο, πληγώνεται στο αδύνατό του σημείο: τη φτέρνα του. Το μόνο μέρος του που είναι θνητό.

Ανεβαίνοντας την οδό Αχιλλέως για το νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης δεν είναι το φονικό άγγιγμα ενάντια στον παλιό Αχιλλέα που θυμάμαι, αλλά το θεραπευτικό άγγιγμα του Αχιλλέα Μέντζου, του δικού μας τολμώ να πω Αχιλλέα, που έχει βοηθήσει δεκάδες, εκατοντάδες ανθρώπους να ξαναβρούν το σώμα τους.

Γι’ αυτό και στην εκκλησία την ώρα που ψαλλόταν η λειτουργία για να τον συνοδεύσει στο έσχατο πέρασμά του, άκουγες αυτόν τον υπόκωφο, αδιάκοπο λυγμό, ήχο που θύμιζε τους πόνους που αυτός είχε γιατρέψει.

Ο λιτός επικήδειος εξέφρασε με έναν μοναδικό τρόπο τον ομαδικό πόνο για την απώλεια. Λόγια διστακτικά και γι’ αυτό πιο πειστικά, με θαυμαστή οικονομία, με ένα συναίσθημα γυμνό και μεταδοτικό που δεν έχανε στιγμή το μέτρο.

Ηταν ιδιαίτερο το άγγιγμα του Αχιλλέα. Είχε το χάρισμα του θεραπευτή, που δεν ήθελε εξαρτημένους από τη θεραπεία που παρείχε με τη γνώση και την εμπειρία του ανθρώπους.

Τους ωθούσε να αναλάβουν και οι ίδιοι ένα μέρος της θεραπείας τους και έξω από το κέντρο φυσικοθεραπείας του.

Οχι με λόγια και συνταγές στις οποίες λίγο πίστευε. Αλλά με μια επίγνωση της ιδιαιτερότητάς τους, με μία απόφαση να αντιμετωπίσουν το όποιο πρόβλημα, να του δώσουν χώρο στη νέα τους πραγματικότητα. Εμοιαζε ο ίδιος άτρωτος. Κι όμως, το βέλος βρήκε τον δρόμο για να μας τον στερήσει.