Αφησε την καρδιά του στην Ελλάδα

nteon

Μισέλ Ντεόν Πέθανε σε ηλικία 97 ετών διακεκριμένος ο διακεκριμένος Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ντεόν

Ο διακεκριμένος Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ντεόν, τιμημένος πολλές φορές με λογοτεχνικά βραβεία, μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας, λάτρης της Ελλάδας όπου έζησε τη δεκαετία του 1960, πέθανε χθες από πνευμονική εμβολή σε ηλικία 97 ετών. Πολυγραφότατος, του άρεσε πολύ να ταξιδεύει.

Η διαμονή του σε διάφορες χώρες τού επέτρεψε να συλλέξει εμπειρίες, ενώ η γνωριμία του με τα ήθη, τα έθιμα και την ιστορία κάθε τόπου τροφοδοτούσε το έργο του. Τα τελευταία χρόνια ζούσε στην Ιρλανδία, σε ένα απομονωμένο ράντσο με άλογα.

Φιλίπ Νουαρέ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, «Μωβ ταξί» Φιλίπ Νουαρέ, Σαρλότ Ράμπλινγκ, «Μωβ ταξί» |

Ο Μισέλ Ντεόν γεννήθηκε το 1919 στο Παρίσι, σπούδασε Νομικά και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία μέχρι το 1956, οπότε αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Οπως επαναλάμβανε, η κλασική παιδεία ήταν κινητήριος δύναμη για την πένα του.

Τα μαθήματα για την αρχαία Ελλάδα, η Ιστορία μας, τα δεκάδες βιβλία που διάβασε για τον πολιτισμό μας -από Σατομπριάν μέχρι Χένρι Μίλερ-, οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις έκαναν επιτακτική την ανάγκη του να ανακαλύψει και την ελληνική πραγματικότητα. Τα βήματά του τον οδήγησαν το 1959 στις Σπέτσες. Νοίκιασε αμέσως ένα σπίτι στον Αγιο Νικόλαο και έγραψε «απελευθερωμένος από το βάρος της Γαλλίας», όπως έχει πει.

Στις «Σελίδες για την Ελλάδα» (2000, εκδ. Χατζηνικολή) αφηγείται τα πρώτα από τα 10 χρόνια που έμεινε στη χώρα μας, με τα τοπία των Σπετσών και της Πάτμου να κυριαρχούν. Οπως χαρακτηριστικά γράφει στον πρόλογο της έκδοσης: «Το “Μπαλκόνι στις Σπέτσες” και η “Συνάντηση στην Πάτμο” χρονολογούνται το πρώτο το 1960 και το δεύτερο το 1965.

Δεν θέλησα να αλλάξω τίποτα απ’ όσα διηγήθηκα για τα πρώτα χρόνια που έζησα στην Ελλάδα, αν και από τότε τα αισθήματά μου μπορεί να ποίκιλλαν σε πολλές περιστάσεις και να κυμάνθηκαν ανάμεσα στην οργή, την αναπόφευκτη όταν βλέπεις μια χώρα να χάνει μέρος από τις αξίες της, και την ευγνωμοσύνη που της οφείλω, μια ευγνωμοσύνη που σβήνει τα πάντα».

Στο θεατρικό έργο «Αριάδνη ή η λησμονιά» (1999, Χατζηνικολή) αναπλάθει τον μύθο της Αριάδνης, ενώ στο μυθιστόρημα «Μαντάμ Ροζ» (2002, Χατζηνικολή) επιστρέφει για λίγο στα ελληνικά ακρογιάλια, του Ιονίου αυτή τη φορά, και πραγματεύεται το θέμα της φθοράς και του χρόνου, μέσα από την αφήγηση μιας πλούσιας, ηλικιωμένης Γαλλίδας.

Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά «Η αυλή των μεγάλων» (1998), «Ενα ενθύμιο» (1995), «Η ανάβαση της νύχτας» (1994), «Τα άγρια άλογα» (1989), «Ενα μωβ ταξί» (1985). Για το τελευταίο μάλιστα του απονεμήθηκε το 1973 το Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος της Γαλλικής Ακαδημίας, ενώ έγινε και κινηματογραφική ταινία από τον Ιβ Μπουασέ με πρωταγωνιστές τη Σαρλότ Ράμπλινγκ, τον Φιλίπ Νουαρέ, τον Πίτερ Ουστίνοφ και τον Φρεντ Αστέρ.

Στην Ελλάδα ο Ντεόν επέστρεφε συχνά. Λάτρεψε την ελληνική γλώσσα, εμπνεύστηκε από τη μυθολογία αλλά και από τον Αγώνα του ᾽21. Θαύμαζε τον Σεφέρη -τον θεωρούσε παγκόσμιο-, τον Ελύτη, τον Μυριβήλη, τον Κατσίμπαλη, αγάπησε τον Καζαντζάκη -«του άξιζε ένα Νόμπελ», έλεγε-, υποστήριζε τον Βασίλη Αλεξάκη.

«Στο Παρίσι μπορεί να γεννήθηκα, αλλά στην Ελλάδα δόθηκα και άφησα την καρδιά μου», τόνιζε σε παλαιότερη συνέντευξή του («Τα Νέα», 9/9/98). «Και σκοπίμως πηγαίνοντας από τον μύθο, τον θρύλο και το ένδοξο παρελθόν στη ζωή, δεν απογοητεύτηκα· μαγεύτηκα.

»Εζησα την Ελλάδα της μυθολογίας, που καθιστά την αλήθεια της Ιστορίας -με τις απλουστεύσεις και τις παραμορφώσεις της- ψέμα, καθώς μονάχα στην Ελλάδα ο μύθος γίνεται πραγματικότητα κι αλήθεια.

»Εζησα την Ελλάδα της αναλλοίωτης διαχρονικότητας και, πάνω απ’ όλα, έζησα την καθημερινή Ελλάδα. Αυτήν που ζει, τρώει και πίνει, τραγουδάει, χορεύει, υποφέρει και μια μέρα πεθαίνει. Για να ξαναγεννηθεί από τη στάχτη της. Ξανά και ξανά και ξανά...».