Aφησα το «κακό» να μπει ως άλλος πρωτόπλαστος…

ilias_magklinis.jpg

Ηλίας Μαγκλίνης Ο Ηλίας Μαγκλίνης είναι υπεύθυνος των σελίδων πολιτισμού της «Καθημερινής της Κυριακής» | ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Βιβλία στο προσκέφαλο

Σελίδες της Τετάρτης

Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.

Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Yπεύθυνος των σελίδων πολιτισμού της «Καθημερινής της Κυριακής», ο Ηλίας Μαγκλίνης (η δημοσιογραφική του περσόνα, ο κύριος Γκρι, σχολιάζει κάθε βδομάδα με μελαγχολική ειρωνεία όψεις και λεπτομέρειες της πνευματικής και όχι μόνο επικαιρότητας), στο τρίτο και εκτενέστερο πεζογραφικό του βιβλίο (Πρωινή γαλήνη, Μεταίχμιο, 2015) συναιρεί νεότερη Ιστορία, οικογενειακή μνήμη και μυθοπλασία για να γράψει εντέλει ένα ερεθιστικό βιβλίο για την πολύπαθη ατομική λύτρωση από τους δαίμονες του εαυτού αλλά και της συγκυρίας.

Εδώ ο Μαγκλίνης αποτίνει φόρο τιμής στην πατρική βιβλιοθήκη, αλλά και στον απογαλακτισμό του από αυτήν στο πέρασμα του χρόνου. Από τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», τον Κουστό και τον Κλαρκ ώς τους Χέμινγουεϊ, Κόνραντ, Ναμπόκοφ, Θορό, Στίβενσον, Ρόμπερτ Γκρέιβς, Μέλβιλ, Σίνγκερ, Ροθ, Τσίβερ κ.ά. κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι ―βιωματικό και αφηγηματικό.

Εν αρχή ην η πατρική, «ενήλικη» βιβλιοθήκη. Λέω «ενήλικη», καθώς δεν πέρασα ποτέ από τη λεγόμενη «παιδική» λογοτεχνία. Δεν έχω διαβάσει Πηνελόπη Δέλτα. Δεν το λέω ούτε με έπαρση ούτε με διάθεση μετάνοιας, μιλώ περιγραφικά. Τα μόνα παιδικά μου αναγνώσματα ήταν τα «Κλασικά Εικονογραφημένα», το «Τρουένο», ο «Μπλεκ» και τα κόμικς της Μάρβελ και της Ντι Σι, «Σπάιντερμαν», «Σούπερμαν», «Μπάτμαν» και, φυσικά, «Μίκυ Μάους».

Οταν όμως μιλάμε για βιβλία «χωρίς εικόνες», όπως λέγαμε μικροί, η πρώτη, αρχέγονη πηγή ήταν το σαλόνι του πατρικού στη Γλυφάδα: η δίτομη «Ιστορία του Β’ Παγκοσμίου» του Ρεϊμόν Καρτιέ, η τρίτομη «Η Ανοδος και η Πτώσις του Γ’ Ράιχ» του Ουίλιαμ Σίρερ (παραδόξως, προσπερνούσα με σχετική άνεση την καθαρεύουσα της παμπάλαιας ελληνικής έκδοσης του Αρσενίδη), οι ιστορίες της Γαλλίας και των ΗΠΑ του Αντρέ Μορουά, οι «Ρίζες» του Αλεξ Χέιλι.

Εξυπακούεται πως δεν διάβαζα όλ’ αυτά από την αρχή ώς το τέλος, ωστόσο είχα μάθει απ’ έξω το χρονικό της Γαλλικής Επανάστασης από τον Μορουά. Ή το στόρι της δολοφονίας του Χάιντριχ από τον Σίρερ ή τις φονικές μάχες Αμερικανών και Ιαπώνων στις υγρές ζούγκλες του Ειρηνικού από τον Καρτιέ.

Ο πατέρας μου είχε επίσης τη σειρά των «Φοβερών Ντοκουμέντων» των εκδόσεων Φυτράκη. Εχω ακόμα τον τόμο για τον Σαγγάριο καθώς επίσης τον «Επίλογο στο Γουδί» και τη «Δίκη των Εξ». Αν δεν κάνω λάθος, το τελευταίο ήταν γραμμένο από τον Αλέξανδρο Κοτζιά. Νομίζω πως ο Κοτζιάς είχε γράψει και τον τόμο για τον «Εθνικό Διχασμό».

Δεν υπήρχε τίποτα βαρύ ή δυσκολοχώνευτο σε όλα αυτά τα αναγνώσματα. Το αντίθετο, ήταν συναρπαστικά, απολαυστικά. Χωρίς να το ξέρω τότε, βρισκόμουν σε διαδικασία μύησης στον κόσμο της αφήγησης. Ο δικός μας ο Κοτζιάς και βέβαια ο Καρτιέ και ο Σίρερ έγραφαν ιστορικά χρονικά με τον τρόπο του non-fiction novel: διήγηση πραγματικών γεγονότων χρησιμοποιώντας συμβάσεις και τεχνικές του μυθιστορήματος.

Ανάλογη ηδονή έβρισκα όμως και στη φυσική ιστορία, π.χ., στο οκτάτομο έργο του Ζακ Ιβ Κουστό από τις εκδόσεις Αλκυών: νησιά Γκαλαμπάγκος, λίμνη Τιτικάκα, «Ζωή και θάνατος σε μια θάλασσα κοραλλιών», φάλαινες, δελφίνια και, πάνω απ’ όλα, ο τόμος για τον καρχαρία (μάζευα οτιδήποτε είχε να κάνει με καρχαρίες). Οι αφηγήσεις τού παρ’ ολίγον πιλότου και μετέπειτα δεινού καταδύτη Κουστό με τα δρομολόγια του πλοίου του, του «Καλυψώ», ήταν ένα ταξίδι που μέσα μου συνεχίζεται ώς σήμερα.

Σε εκείνη την ανήσυχη φάση, την οποία οριοθετώ κάπου ανάμεσα στα εννέα με δώδεκα, οπότε και συντελείται μέσα μου η μεγάλη έκρηξη της ισόβιας πλέον περιέργειας για την τυπωμένη σελίδα, ανακαλύπτω τον μέγιστο Ιούλιο Βερν: «Από τη Γη στη Σελήνη», «Γύρω απ’ τη Σελήνη», «Είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα» και πάει λέγοντας, ενώ, χάρη στη μητέρα μου κι ένα διπλό χριστουγεννιάτικο δώρο της, μαθαίνω ότι υπάρχει σύγχρονη (τότε…) σειρά επιστημονικής φαντασίας, αυτή των εκδόσεων Κάκτος. Εκεί ανακάλυψα τον Αρθουρ Κλαρκ, τον Ισαάκ Ασίμοφ, τον Ρόμπερτ Χένλαϊν.

Ηταν μια αποκάλυψη και ακόμα και σήμερα, όσους τόμους έχω διασώσει, τους περιβάλλω με αγάπη και στοργή.

Οι «Επικυρίαρχοι» του Κλαρκ, ας πούμε, και το αριστουργηματικό «Δυσάρεστο επάγγελμα του Τζόναθαν Χογκ» του Χένλαϊν από τη συλλογή «Ζωή και θάνατος» -η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω ώς σήμερα. Από εκεί πέρασα στις ιστορίες τρόμου των εκδόσεων Ωρόρα και στις ιστορίες φαντασμάτων των εκδόσεων Αίολος: Λόρδος Ντάνσανι, Σερ Ουόλτερ Σκοτ, Γκοτιέ, Μπράντμπερι, Λε Φανού, Μπλοχ, Χόντγκσον μα και Λάβκραφτ.

Κάποια μαθήματα στο Γυμνάσιο, με θέμα τις παραλογές, ειδικά «Του Νεκρού Αδελφού», με οδήγησαν στην αγορά και καταβρόχθιση των δίτομων «Παραδόσεων» του Πολίτη, που ακόμα μου μοιάζουν με εκπληκτικές ιστορίες τρόμου. Επίσης, μέσα από την ωραία μελέτη και ανθολογία για την παραλογή που έκανε στον «Ερμή», νομίζω, ο Γιώργος Ιωάννου, ανακάλυψα μετά τα αφηγήματά του, τον έξοχο «Επιτάφιο θρήνο» και τα λοιπά.

Η πατρική βιβλιοθήκη διέθετε και μια σειρά εννέα τόμων που ήταν παντελώς αδιάβαστη από την υπόλοιπη οικογένεια: την «Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος» του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Η σφοδρή εφηβική –και ισόβια- αγάπη μου στην κλασική μουσική (στα δεκαπέντε μου αποφάσισα ότι θα γινόμουν μουσικολόγος, έκανα πιάνο για τρία χρόνια και θεωρία της μουσικής), με ώθησε στο να ξεψαχνίσω με μια σχεδόν σωματική ηδονή τις εξαίσιες σελίδες του για τον Μότσαρτ, τον Χάιντν, τον Μπετόβεν.

Η αναχώρησή μου για τη βορειοανατολική Αγγλία, στα δεκαεννιά μου, τον Σεπτέμβριο του 1989, σηματοδότησε την αρχή της πιο «ώριμης» αναγνωστικής ζωής: Χέμινγουεϊ, Κόνραντ, Γκρέιαμ Γκριν, Ναμπόκοφ, Ρόμπερτ Γκρέιβς, Ρόαλντ Νταλ, Ουίτμαν, Μέλβιλ, Σίνγκερ, Μάλαμουντ, Μέιλερ, Ροθ, Τσίβερ, Γκόλντινγκ, Θορό, Στίβενσον.

Αφησα το «κακό» να μπει ως άλλος πρωτόπλαστος εκείνη τη μακρινή -κατά το ήμισυ παιδική κατά το ήμισυ εφηβική- εποχή της ανησυχαστικής πληρότητας.