Αδιαπέραστα τείχη

Στην κοινοβουλευτική συζήτηση για τον προϋπολογισμό του 2018, κατά τις τελευταίες μέρες του χρόνου, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει το σύνολο των δυσκολιών της αντιπολίτευσης, μείζονος και ελάσσονος, να διαπεράσει τα τείχη πίσω από τα οποία έχουν οχυρωθεί οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ του 2015, ακόμα και αν πολλοί από αυτούς έχουν χάσει την πίστη τους στην «ελπίδα που έρχεται».

Οι ομιλίες των ηγετών των αντιπολιτευόμενων κομμάτων δομήθηκαν –όχι κατ’ ανάγκη με τη δέουσα καθαρότητα– σε ένα σχήμα επιχειρημάτων κατά της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης Τσίπρα, το οποίο μοιάζει να είναι ευάλωτο σε αντεπιχειρήματα που καθηλώνουν –στο επίπεδο της προσλαμβανόμενης από τους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ πραγματικότητας– τη δυναμική της αρχικής σκέψης της αντιπολίτευσης.

Ας συνοψίσουμε την επιχειρηματολογία των ηγετών της αντιπολίτευσης σε τέσσερα σημεία:

(1) η κυβέρνηση Τσίπρα δεν είναι σε θέση να φέρει την ανάπτυξη γιατί αντιμάχεται ιδεοληπτικά τις επενδύσεις,

(2) η κυβέρνηση Τσίπρα υπερφορολογεί τη μεσαία τάξη και την κατανάλωση, αλλά και την επιχειρηματική δραστηριότητα, μπλοκάροντας τη δημιουργία, την αποταμίευση, αλλά τελικά και την ανάπτυξη,

(3) η κυβέρνηση Τσίπρα αποκρύπτει ότι η χώρα δεν θα απεγκλωβιστεί από τις υποχρεώσεις των μνημονίων το καλοκαίρι του 2018,

(4) η κυβέρνηση Τσίπρα δημιουργεί τον δικό της κομματικό στρατό στη δημόσια διοίκηση και το δικό της σύστημα διαπλοκής με επιχειρηματίες μέσω της διανομής δημοσίου χρήματος.

Καθένα από αυτά τα επιχειρήματα είναι μάλλον τεκμηριώσιμο, καθώς οι επενδύσεις όντως καρκινοβατούν με την ανοχή της κυβέρνησης, η φορολόγηση όντως βαίνει αυξανόμενη, η χώρα όντως θα υποχρεωθεί σε εξαιρετικά υψηλό εξωτερικό δανεισμό, ακόμα και αν δεν λάβει νέο δάνειο από τους Ευρωπαίους πιστωτές με τη λήξη του τρέχοντος το καλοκαίρι, ενώ η προνομιακή μεταχείριση όσων διάκεινται φιλικά προς την κυβέρνηση είναι ορατή από το επίπεδο των προσλήψεων συμβασιούχων στο Δημόσιο έως το επίπεδο της διανομής των τηλεοπτικών αδειών.

Ομως ο μέσος ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να προσπεράσει καθένα από τα τέσσερα αυτά επιχειρήματα, όχι απαραιτήτως αποκρούοντας, αλλά πάντως αποφεύγοντας την αιχμή εκάστου. Η ανάπτυξη αφορά τους επενδυτές και, σε τελική ανάλυση, είναι μια έννοια αφηρημένη που δεν συνδέεται εύκολα για τους περισσότερους με τη βραχυπρόθεσμη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης ενός νοικοκυριού, γεγονός που ανακόπτει την ισχύ του όποιου επιχειρήματος περί των αντι-επενδυτικών ιδεοληψιών της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.

Η φορολόγηση, για τον μισθωτό χαμηλού εισοδήματος ή τον άνεργο, αφορά πρωτίστως τους ελεύθερους επαγγελματίες που δεν έκοβαν αποδείξεις ή τους έχοντες που καταναλώνουν, οπτική που μειώνει την ισχύ και του επιχειρήματος περί περιορισμού του ρόλου της κυβέρνησης σε φοροεισπρακτικό μηχανισμό.

Η έξοδος στις αγορές είναι μια επιστροφή στην κανονικότητα που η χώρα βίωνε προ μνημονίων και σε κάθε περίπτωση την καθιστά πολιτικά κυρίαρχη, μια στόχευση διόλου αμελητέα για την πληγωμένη υπερηφάνεια μεγάλου αριθμού ψηφοφόρων.

Τέλος, η προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου πελατειακού δικτύου παροχής προνομίων και υποσχέσεων από την κυβέρνηση προς τους δικούς της ανθρώπους είναι μια γνωστή από το παρελθόν τακτική ενσωμάτωσης των μαζών στην πολιτική διαδικασία, την οποία μάλιστα οι σημερινές αντιπολιτευτικές δυνάμεις είχαν χρησιμοποιήσει οι ίδιες με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν. Τέσσερα ευκόλως ανατρέψιμα επιχειρήματα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν χρησιμοποιούνται ως μεμονωμένες ριπές κατά της κυβέρνησης.

Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης δεν σφάλλουν όταν επιχειρηματολογούν κατά της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Ωστόσο, αποτυγχάνουν να δέσουν τα επιχειρήματα μεταξύ τους εμφανίζοντάς τα κλιμακωτά, το ένα ως συνέχεια του άλλου ώστε να μη χάνουν από το στόχαστρο τον ψηφοφόρο του ΣΥΡΙΖΑ που αυθορμήτως διαφεύγει την πρώτη ριπή.

Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα της (μη) ανάπτυξης λέγοντας ότι αυτόν τον ενδιαφέρουν οι φόροι και αυτή είναι η πρώτη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: η ανάπτυξη που η κυβέρνηση αρνείται φέρνει τους φόρους.

Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα της υπερφορολόγησης λέγοντας ότι αυτή –ακόμα και με τη μορφή των έμμεσων φόρων που αφορούν όλους– θα έχει ένα χρονικό όριο. Εδώ βρίσκεται η δεύτερη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: το τέλος του τρίτου Μνημονίου το καλοκαίρι του 2018 δεν θα σημάνει το τέλος των φόρων, καθώς η χώρα θα συνεχίσει να είναι χρεωμένη, ενώ οι ανάγκες δανεισμού θα είναι πάλι υπαρκτές.

Ο ψηφοφόρος του ΣΥΡΙΖΑ απορρίπτει το επιχείρημα περί συνέχισης της πολιτικής των μνημονίων μετά το καλοκαίρι του 2018 λέγοντας ότι η κυβέρνηση Τσίπρα έχει επιδείξει καλές προθέσεις ως προς τον στόχο της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπως έγινε φανερό στην περίπτωση της διανομής του λεγόμενου «κοινωνικού μερίσματος».

Εδώ βρίσκεται η τρίτη απαραίτητη σύνδεση που πρέπει να κάνει η αντιπολίτευση: η διανομή μερίσματος δεν είναι παρά η μέθοδος δημιουργίας βραχυπρόθεσμων νέων εξαρτήσεων των πολιτών από έναν νέο πολιτικό πάτρωνα, όμοια με αυτές που η κυβέρνηση επιχειρεί στο επίπεδο προσέλκυσης των επιχειρηματικών συμφερόντων.

Η τελευταία σύνδεση είναι η δυσκολότερη, για τον απλούστατο λόγο ότι το επιχείρημα της διαφθοράς είναι το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ κατά της σημερινής αντιπολίτευσης κατά το παρελθόν. Ολα λοιπόν δείχνουν να καταλήγουν στη μάχη του «ηθικού πλεονεκτήματος». Είναι μια μάχη δύσκολη. Ομως σε αυτή τη μάχη είναι πολύ καλύτερα η αντιπολίτευση, τόσο η μείζων όσο και η ελάσσων, να παραταχθεί με μια σφιχτή και κλιμακωτή δόμηση των όπλων της κατά της κυβέρνησης. Μέχρι τώρα δεν έδειξε να το έχει πετύχει.

*Επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, διευθυντής του Ινστιτούτου «Π στο Τετράγωνο – Πρόοδος στην Πράξη»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας