Pin It

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ

 

Τα… πάθη του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη

 

Tου Δημήτρη Γκιώνη

 

getFile (17)«Είμαι βέβαιος πως κάθε λεύτερος άνθρωπος που θα διαβάσει το βιβλίο ετούτο, το γεμάτο αγάπη, θ’ αγαπήσει περισσότερο παρά ποτέ, καλύτερα παρά ποτέ το Χριστό», γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης στον πρόλογο του μυθιστορήματός του «Ο τελευταίος πειρασμός», που κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1952 στα σουηδικά, μετά στα νορβηγικά και στη συνέχεια στα γερμανικά. Στην Ελλάδα θα κυκλοφορήσει το 1955 από τις εκδόσεις «Δίφρος» του Γιάννη Γουδέλη, που είχε αναλάβει την έκδοση των Απάντων του. Και θα γίνει ανάρπαστο, καθώς είχε γραφτεί ότι θα κατασχεθεί και ο συγγραφέας του θα αφοριστεί από την Ιερά Σύνοδο. Ας θυμίσουμε, εν όψει της εβδομάδας των Παθών, τα… πάθη του μυθιστορήματος:

 

Στο Index

 

Οι πρώτες αρνητικές αντιδράσεις ξεκίνησαν το 1954, όταν το Βατικανό το ανέγραψε στον περίφημο Index, τον κατάλογο δηλαδή των απαγορευμένων βιβλίων. Με τον Καζαντζάκη να αντιδρά στέλνοντας στον πάπα τηλεγράφημα με την περίφημη φράση του Τερτυλλιανού (155-240 π.χ., αποκαλούμενος πατέρας της λατινόφωνης Εκκλησίας): «Στο δικαστήριό σας, κύριε, κάνω έφεση».

 

Θ’ ακολουθήσει η ελληνική Εκκλησία, ζητώντας από την κυβέρνηση ν’ απαγορεύσει την κυκλοφορία των ήδη εκδοθέντων βιβλίων του Καζαντζάκη («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» και «Ο Καπετάν Μιχάλης») και να εμποδίσει την έκδοση του «Τελευταίου πειρασμού». Ιδού η παράγραφος που αφορά το τελευταίο:

 

«[…] θεωρείται βιβλίον σκανδαλώδες και επικίνδυνον διά κάθε χριστιανόν, ως εκ τούτου επιβάλλεται όπως –πάση θυσία– αποφευχθεί η εις την ελληνικήν μετάφρασίς του».

 

Και η απάντηση του Καζαντζάκη:

 

«Μου δώσατε μια κατάρα, Αγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ’ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή, όσο είναι η δική μου και να ’στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».

 

Ο Καζαντζάκης είχε φανατικούς πολέμιους, αλλά και ισχυρούς υποστηριχτές (λόγιους και πολιτικούς) κι εδώ και στο εξωτερικό. Πράγμα που επέτρεψε και τα βιβλία του να κυκλοφορούν ελεύθερα, αλλά και να μην πραγματοποιηθεί ο απειλούμενος αφορισμός του.

 

Ομως «Ο τελευταίος πειρασμός» δεν είχε μόνο προβλήματα ως βιβλίο, αλλά και ως κινηματογραφική ταινία. Το δεύτερο προέκυψε το 1988, όταν ο Μάρτιν Σκορτσέζε το μετέφερε, ως αμερικάνικη παραγωγή, στη μεγάλη οθόνη και άρχισε να προβάλλεται στο εξωτερικό, συναντώντας αρνητικές αντιδράσεις από εκκλησίες, θρησκευτικές οργανώσεις και θρησκευόμενους.

 

Τα όργανα στην Ελλάδα άρχισαν πριν από την προβολή της ταινίας, μ’ ένα έγγραφο που έστειλε ο τότε αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ στους υπουργούς Παιδείας, Πολιτισμού και Προεδρίας, ζητώντας να απαγορευτεί. (Το έγγραφο έφερε στη δημοσιότητα ο υπογραφόμενος από τις στήλες της «Ελευθεροτυπίας», στις 22 Αυγούστου 1988.) Οπου ο αρχιεπίσκοπος, αφού αναφέρεται στις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει η προβολή της ταινίας στο εξωτερικό, επισημαίνει:

 

«Nα απαγορευτεί»

 

«Πιστεύομεν, ότι η ενδεχόμενη προβολή της ως άνω ταινίας και στην Ελλάδα θα προσκρούσει ευθέως στη θρησκευτική ομοιογενή ευαισθησία του Λαού μας (και δη όχι μόνο των ορθοδόξων αλλά και των περισσοτέρων ετεροδόξων χριστιανών που κατοικούν εδώ), διότι η ταινία επιχειρεί τη φρικιαστικότερη χυδαιοποίηση του Προσώπου του ιδίου του ιδρυτού της χριστιανικής θρησκείας, γεγονός που δεν έχει το όμοιό του ως προς τον “σχολιασμό” οποιουδήποτε άλλου θρησκευτικού διδασκάλου».

 

Και καταλήγει:

 

«Προσβλέποντας στη γνωστή και ευρύτερα προσωπική σας προσήλωση στη λαϊκή και πνευματική μας παράδοση, ώστε να μεριμνήσετε για την απαγόρευση προωθήσεως της προβολής της ταινίας».

 

Η δημοσίευση του εγγράφου προκαλεί σάλο. Από κυβερνητικής πλευράς σπεύδει πρώτη η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη να το αποδοκιμάσει: «Πάλεψα μια ζωή τη λογοκρισία και είναι περιττό να πω ότι είμαι κατά της απαγόρευσης της προβολής της ταινίας, που δεν υποχρεώνεται κανένας να ιδεί».

 

Ακολουθεί πλήθος παρεμφερών δηλώσεων πνευματικών ανθρώπων και καλλιτεχνών, αλλά και, αντιθέτως, παραεκκλησιαστικών οργανώσεων και θρησκευόμενων. Οι τελευταίοι, με επικεφαλής ρασοφόρους, ξεχύνονται στους δρόμους, δύο μήνες αργότερα, όταν αρχίζει η προβολή της ταινίας. Και δεν διστάζουν ακόμα και να βιαιοπραγήσουν κατά των κινηματογράφων που την προβάλλουν.

 

Τελικά η ταινία απαγορεύεται, με δικαστική απόφαση, έπειτα από αγωγή θρησκευόμενων. Ηδη όμως έχει κόψει 160.000 εισιτήρια. Οι εισαγωγείς δεν άσκησαν έφεση, κρίνοντας προφανώς ότι είχαν εισπράξει περισσότερα απ’ όσα υπολόγιζαν, ενώ και οι αιθουσάρχες ήθελαν σώες τις προθήκες τους.

 

……………………………………………………………….

 

Στο πλαίσιο

 

Να θυμίσω με δυο λόγια την υπόθεση του ασεβούς, κατά τους επικριτές του, «Τελευταίου πειρασμού» και στη συνέχεια να αναφερθώ σε έναν ακόμη, εκτός από την επικαιρότητά του, λόγο που αποτελεί το θέμα μου στο παραπλεύρως κείμενο: Μια γαλήνια ανθρώπινη ζωή οραματίζεται ο Χριστός, λίγο πριν εκστομίσει το «Τετέλεσται»: Να παντρεύεται τη Μαρία Μαγδαληνή, να κάνουν παιδιά και να χαίρεται που γλίτωσε από τις κακουχίες και τον σταυρικό θάνατο. Αυτός ήταν ο τελευταίος πειρασμός, αλλά για λίγο. Γιατί ξαφνικά ανοίγει τα μάτια και βλέπει ότι δεν πρόδωσε, δεν λιποτάχτησε, εκτέλεσε την αποστολή του.

 

***

 

Αυτό που εκτιμώ περισσότερο από την περιπέτεια που γνώρισε το βιβλίο, είναι η ανοχή που του επέτρεψε να επιβιώσει. Κάτι που, είμαι βέβαιος, δεν θα συνέβαινε εάν επρόκειτο για συγγραφέα που θα μεταχειριζόταν π.χ. ανάλογα τον Μωάμεθ. Βέβαια και ο χριστιανισμός γνώρισε τον Μεσαίωνα και την Ιερά Εξέταση (κι εδώ κάποιους αφορισμούς: Ροΐδης, Λασκαράτος), αλλά αποτελεί παρελθόν. Υπάρχει ελευθερία, από την οποία μάλιστα επωφελούνται κάποιοι ατάλαντοι προκειμένου να κάνουν ντόρο, επικαλούμενοι, ως άλλοθι, τον Καζαντζάκη (ή σε άλλο επίπεδο) τον Αριστοφάνη.

 

***

 

Περισσεύει ο λόγος (σχοινοτενείς αναλύσεις) στις περισσότερες εκπομπές του Τρίτου Προγράμματος, παρατηρεί αναγνώστης. Ο οποίος, μεταξύ άλλων, αναφέρεται στη μετάδοση σε συνέχειες του γνωστού πολυσέλιδου (όντως αξιόλογου ωστόσο, θα πρόσθετα) μυθιστορήματος της Ζυράννας Ζατέλη «Και με το φως του λύκου επανέρχονται». Είναι δυνατόν, ρωτάει, να υπάρχουν ακροατές που να το ακούνε βραδιάτικα, σε μια εποχή μάλιστα που τα βιβλία βγαίνουν στο σφυρί;

 

ΚΑΙ… Νηστεύεις – και πώς δεν φεύγει τίποτε από πάνω σου;

 

dghionis@otenet.gr

Scroll to top