03/03/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οι βουλγαρικές «πλατείες»

      Pin It

Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΙΖΑ

 

Το υπόβαθρο, οι διεκδικήσεις και το πολιτικό μέλλον του κινήματος που ανέτρεψε την κυβέρνηση στη γειτονική χώρα

 

Γράφει ο ΙΟΣ 

 

Χιλιάδες πολίτες βγαίνουν απελπισμένοι στους δρόμους μετά την τελευταία δραματική αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, που καθιστά αδύνατη τη διαβίωσή τους με τους μισθούς πείνας που έχουν επιβληθεί στο όνομα της ανταγωνιστικότητας και της προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Πολιορκούν τη Βουλή και τα δημαρχεία δεκάδων επαρχιακών πόλεων, πετροβολούν τα γραφεία των (ιδιωτικών) επιχειρήσεων διανομής του ηλεκτρικού, χτυπιούνται από την αστυνομία, ματώνουν. Η κυβέρνηση παραιτείται προκηρύσσοντας πρόωρες εκλογές. Οι διαδηλωτές παραμένουν ωστόσο στους δρόμους, διεκδικώντας άμεση κατάργηση των αυξήσεων, επανεθνικοποίηση των ζωτικών αγαθών (ρεύμα, νερό, θέρμανση) και ριζική αλλαγή του τρόπου άσκησης της πολιτικής.

 

Παρά το προφανές ενδιαφέρον και τη γεωγραφική εγγύτητά τους, οι παραπάνω εξελίξεις δεν αξιώθηκαν παρά ελάχιστη προβολή από τα εγχώρια ΜΜΕ κι ακόμη λιγότερο επηρέασαν τη δημόσια συζήτηση. Να το αποδώσουμε σε λανθάνοντα ρατσισμό ή στον συμπλεγματικό μιμητισμό (προς τη Δυτική Ευρώπη) που μας διακατέχει; Ακόμη και το αγωνιστικό παράδειγμα της πλατείας Ταχρίρ, πριν από δυο χρόνια, μεταφυτεύθηκε άλλωστε στη χώρα μας όχι απευθείας αλλά μέσω Ισπανίας…

 

Κι όμως, τα γεγονότα του τελευταίου μήνα στη Βουλγαρία έχουν πολλά να μας διδάξουν. Οχι μόνο ως υπενθύμιση πως η αέναη επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου εναντίον των μισθωτών και των μικροαστικών στρωμάτων ανακόπτεται πρώτα και κύρια στο «πεζοδρόμιο», αλλά και ως προειδοποίηση από το μέλλον που έχουν προ πολλού εξαγγείλει οι κυβερνήτες μας.

 

Μια χώρα–«πρότυπο»

 

Ας ξεκινήσουμε με μια αγνοημένη συνήθως «λεπτομέρεια». Η Βουλγαρία δεν είναι μόνο η χώρα το ελάχιστο «μισθολογικό κόστος» της οποίας εποφθαλμιούν οι Ελληνες επιχειρηματίες και οι καθ’ ύλην αρμόδιοι υπουργοί της κυβέρνησης Σαμαρά. Είναι, επίσης, μια χώρα-πρότυπο επιτυχίας των στόχων που επιδιώκονται στις πλάτες μας. Το δημόσιο χρέος της ανέρχεται σε μόλις 18% του ΑΕΠ, το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών σε 1,6%, οι δε εκτιμήσεις για το 2013 προβλέπουν αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5-2%.

 

Τα έγκριτα διεθνή ΜΜΕ δεν τσιγκουνεύονταν καθόλου τα λόγια τους προκειμένου να εξυμνήσουν αυτά τα επιτεύγματα. Εύγλωττο παράδειγμα, το πρόσφατο πολυσέλιδο ειδικό αφιέρωμα των «Financial Times» (5.12.2012): η Βουλγαρία χαρακτηρίζεται εκεί «νησίδα σταθερότητας» στα Βαλκάνια, η οποία, «σε αντίθεση με τις γειτονικές Σερβία, Ρουμανία και Ελλάδα, δεν χρειάστηκε διεθνή διάσωση». Κι όχι μόνο αυτό. «Μ’ ένα από τα μικρότερα ελλείμματα προϋπολογισμού κι ένα από τα χαμηλότερα κρατικά χρέη στην Ευρωπαϊκή Ενωση», διαβάζουμε, «είναι μια από τις τρεις μόνο χώρες, μαζί με τη Φινλανδία και τη Δανία, που πληρούν πλήρως τα κριτήρια του Μάαστριχτ για συμμετοχή στο ευρώ». Ως αξιοσημείωτο προσόν αυτής της ιδανικής «Δανίας του Νότου», τονιζόταν το γεγονός ότι «δεν έχουν υπάρξει μαζικές διαδηλώσεις κατά της λιτότητας, παρόλο που έχουν ξεσπάσει περιστασιακές διαμαρτυρίες για επιμέρους θέματα». Το «οικονομικό θαύμα» επισφραγιζόταν από τη βέβαιη επανεκλογή του πρωθυπουργού Μπόικο Μπορίσοφ τον ερχόμενο Ιούνιο, γεγονός μοναδικό στα χρονικά της πολιτικής ζωής της χώρας μετά τη θέσπιση του πολυκομματισμού το 1989.

 

Γιατί οι Βούλγαροι μπορεί να μην έβγαιναν στους δρόμους, κάθε άλλο παρά «παθητικοί» είχαν όμως αποδειχθεί στην εκλογική αποδοκιμασία των κυβερνητών τους. Από το 1989 μέχρι σήμερα, ούτε μια κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να παραμείνει στην εξουσία για δεύτερη θητεία. Μετά τη θυελλώδη ανατροπή των σοσιαλιστών του Ζαν Βίντενοφ το 1997, οι κάλπες ανέδειξαν διαδοχικά στην εξουσία τις δεξιές «Ενωμένες Δημοκρατικές Δυνάμεις» του Ιβάν Κοστόφ (1997), το «Εθνικό Κίνημα Συμεών Β΄» του πρώην βασιλιά (2001), το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Σεργκέι Στανίσεφ (2005) και, τέλος, τους «Πολίτες για μια Ευρωπαϊκή Ανάπτυξη της Βουλγαρίας» (GERB) του Μπόικο Μπορίσοφ (2009), «τιμωρώντας» κάθε φορά την απερχόμενη κυβέρνηση για την αθέτηση των υποσχέσεών της να βελτιώσει τη ζωή του μέσου πολίτη.

 

Τα λαμπρά δημοσιονομικά επιτεύγματα κάθε άλλο παρά συμβαδίζουν, γαρ, με οποιαδήποτε βελτίωση της πραγματικής ζωής των ανθρώπων. Ο κατώτερος μισθός στη σημερινή Βουλγαρία είναι μόλις 155 ευρώ, ο μέσος μισθός 350 και η μέση σύνταξη 135 (Reuters 17.11 & 6.12.2012), με το κόστος των βασικών αγαθών περίπου στο 80% της Ελλάδας. Υπάρχει βέβαια και η άλλη πλευρά του νομίσματος: η ανάδειξη μιας προνομιούχας ολιγαρχίας πρώην διευθυντικών στελεχών και αφεντικών του υπόκοσμου, η οποία κατά τη μετάβαση στην «ελεύθερη αγορά» λεηλάτησε ασύστολα τον δημόσιο πλούτο της χώρας, συχνά σε συνεργασία με τους ξένους επενδυτές. Για χάρη τους έχει επιβληθεί από το 2007 ενιαίος φόρος 10% σε όλα τα εισοδήματα, ανεξαρτήτως ύψους. Πρώην σωματοφύλακας του Τοντόρ Ζίβκοφ και στη συνέχεια του τέως βασιλιά, ο σημερινός πρωθυπουργός αποτελεί τον ιδεώδη πολιτικό εκπρόσωπο αυτής της άρχουσας τάξης.

 

Για τη μεγάλη μάζα του πληθυσμού, που πρακτικά είναι αδύνατο να ζήσει με τέτοια εισοδήματα, το μυστικό της (όποιας) επιβίωσης βρισκόταν μέχρι πρόσφατα στη μαζική εξαγωγή εργατικού δυναμικού προς τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., με πρώτη και καλύτερη τη δικιά μας. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ο πληθυσμός της Βουλγαρίας μειώθηκε μέσα σε δυόμισι δεκαετίες κατά 18%, από 8.980.000 το 1988 σε 7.320.000 το 2011. Ενα μέρος της μείωσης οφείλεται στη δραστική ελάττωση των γεννήσεων και την αθέατη εξολόθρευση χιλιάδων ηλικιωμένων από τις στερήσεις και την παγωνιά κατά την πρώτη δεκαετία της «μετάβασης». Ενα άλλο προέκυψε από τη μαζική μετανάστευση 400.000 Βουλγάρων στην ευημερούσα μέχρι πρότινος Δύση, το υστέρημα των οποίων επέτρεπε στους κακοπληρωμένους συγγενείς τους να επιζούν. Το κλείσιμο αυτής της στρόφιγγας, καθώς οι μετανάστες στη Δύση (και δη στην Ελλάδα) παλεύουν τώρα για τη δική τους οριακή επιβίωση, ήταν ένας βασικός παράγοντας που συνέβαλε στο τωρινό ξέσπασμα.

 

Ενας δεύτερος παράγοντας ήταν η εικόνα σήψης, διαφθοράς και αυταρχισμού που εξέπεμπε η κυβέρνηση Μπορίσοφ, κάνοντας πολλούς να πιστεύουν πως «ο δικτάτορας» θα επανεκλεγόταν με προσφυγή όχι μόνο στη συνήθη αγορά ψήφων (25 ευρώ το κομμάτι κατά την τελευταία αναμέτρηση), αλλά και με καθαρή νοθεία των αποτελεσμάτων. Καθοριστικότερη όλων υπήρξε, ωστόσο, η συλλογική απογοήτευση από το στρατηγικό σχέδιο που διασφάλισε την κοινωνική συναίνεση επί μιάμιση δεκαετία: την εισδοχή της Βουλγαρίας στο «προνομιούχο κλαμπ» της Ε.Ε. Εξι χρόνια μετά την επίτευξη αυτού του στόχου, οι Βούλγαροι διαπιστώνουν ότι το μόνο που κέρδισαν είναι η ανεμπόδιστη μετανάστευσή τους στο εσωτερικό της Ενωσης, με αντάλλαγμα τη διαρκή άνοδο του κόστους ζωής στην ίδια τους την πατρίδα. Η διάψευση των προσδοκιών ενός καλύτερου «ευρωπαϊκού» μέλλοντος επισφραγίζεται, τέλος, από τις εξελίξεις στη χώρα μας, που έκαναν σαφές στους πάντες ότι, αντί για «εξευρωπαϊσμό» της Βουλγαρίας α λα ελληνικά, ζητούμενο της Ε.Ε. είναι πλέον ο κοινωνικός «εκβουλγαρισμός» του ευρωπαϊκού Νότου.

 

Το ξέσπασμα

 

Η αύξηση της τιμής του ρεύματος δεν ήταν έτσι παρά η θρυαλλίδα που πυροδότησε τη συσσωρευμένη εκρηκτική ύλη μιας διάχυτης κοινωνικής απελπισίας. «Οι διαδηλώσεις ξεκίνησαν ήδη από πέρυσι με το αυθόρμητο κάψιμο των λογαριασμών του ρεύματος και του ηλεκτρικού μπροστά στα δημαρχεία», διαβάζουμε σε μια τις πρώτες δημοσιογραφικές απόπειρες σκιαγράφησης του φαινομένου. Είχαν προηγηθεί πολύμηνες ζυμώσεις ανάμεσα σε πολίτες που διαμαρτύρονταν στα γραφεία των εταιρειών, στους οποίους προστέθηκαν οι οικολογικές διαμαρτυρίες για τα περιβαλλοντοκτόνα «αναπτυξιακά» μέτρα της κυβέρνησης Μπορίσοφ: οι συγκεντρώσεις για τη σωτηρία της Βίτοσα (του βουλγαρικού ισοδύναμου της δικής μας Πεντέλης) στο κεντρικό σταυροδρόμι της «γέφυρας των αετών», διαβάζουμε, «μετατράπηκαν σε κοινωνικό σύμβολο της δυσαρέσκειας». Ενα άλλο μέτωπο ανοίχτηκε για την υπεράσπιση του εθνικού δρυμού του Πιρίν από τη σχεδιαζόμενη ανεξέλεγκτη επέκταση χιονοδρομικών κέντρων και ξενοδοχείων.

 

Η εκτόξευση των λογαριασμών του ηλεκτρικού σε δυσθεώρητα ύψη εν μέσω χειμώνα και τα εξίσου σοβαρά προβλήματα του μέσου νοικοκυριού με τη θέρμανση προσέδωσαν τελικά στο κίνημα πολύ διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά: «Η εξέγερση είναι όχι ενάντια στους τωρινούς κυβερνώντες, αλλά ενάντια στους πολιτικούς και τα πολιτικά κόμματα εν γένει», εξηγεί το ίδιο άρθρο. «Οι διαδηλωτές τούτη τη φορά δεν έχουν ξεκάθαρο προφίλ – είναι κάθε ηλικίας, διαφόρων επαγγελμάτων κι από διάφορα μέρη. Τους ενώνει η απογοήτευση από τα έργα των θεσμών, η επιθυμία για ριζική αλλαγή και νέα πρόσωπα. Πολλοί απ’ αυτούς δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους με τα τωρινά τους εισοδήματα και δεν βλέπουν πιθανότητα για μια ποιοτικότερη ζωή. Εμειναν σιωπηλοί πολύ καιρό, αλλά το ποτήρι έχει ξεχειλίσει» («Καπιτάλ», 22.2.2013). Δημοσιευμένο σε σοβαρή φιλελεύθερη εφημερίδα, το εν λόγω ρεπορτάζ δεν μπορούσε, βέβαια, να ταχθεί τελικά υπέρ των εξεγερμένων. Μολονότι παραθέτει συγκεκριμένα αιτήματά τους, τιτλοφορείται «Επανάσταση δίχως κατεύθυνση» και κλείνει με τις «διαπιστώσεις» ενός κοινωνικού ανθρωπολόγου για την «αυθεντικότητα αλλά αφέλεια» των διαδηλωτών.

 

Υπάρχουν φυσικά και πιο απλές μορφές επικοινωνιακής διαχείρισης της αναταραχής, όπως διαπιστώνουμε από ένα ειδησεογραφικό πόρταλ προσκείμενο στη στριμωγμένη δημοτική αρχή της Βάρνα: «Τα βλέπουμε αυτά τα παιδιά, με μαντίλια στο πρόσωπο, κρυμμένα πίσω από κουκούλες, με πέτρες στην τσέπη, με αυγά προετοιμασμένα για την [εταιρεία διανομής ηλεκτρικού] Energo-Pro. Μεθυσμένοι από την ισχύ της διαδήλωσης και τον ρομαντισμό της ελευθερίας να κάνεις ό,τι θέλεις, οι τινέιτζερ βρίσκονται στο όριο του χουλιγκανισμού. Πιθανότατα θα καταλήξουν σε κάποιο τοπικό αστυνομικό τμήμα. Αμα μπεις εκεί, βγαίνεις είτε με γρήγορη παραπομπή στο δικαστήριο είτε με φάκελο στο υπουργείο Εσωτερικών». Εξ ου και η αστυνομία της πόλης, διαβάζουμε, ζήτησε από τους διευθυντές των σχολείων να φροντίσουν ώστε «οι έφηβοι να μη συχνάζουν στις λεγόμενες μαζικές εκδηλώσεις» («+Dnes», 27.2.2013). Και το τρομοκρατικό ρεπορτάζ ολοκληρώνεται με την προειδοποίηση ότι θα παταχθούν αμείλικτα όχι μόνο όσοι τα σπάνε, αλλά και όσοι απλώς εξυβρίζουν τις Αρχές: «Οσο για τα δικαιώματα των πολιτών, όλοι έχουν απ’ αυτά. Για τα εξευτελιστικά συνθήματα μπορεί να κατατεθεί μήνυση στην Εισαγγελία. Η δίωξη προχωρά κανονικά, όπως στην περίπτωση των ποδοσφαιρικών οπαδών. Χρησιμοποιούνται και βιντεοσκοπήσεις (υπάρχουν σε αφθονία από τις διαδηλώσεις), ανακρίνονται και μάρτυρες. Τέτοιο δικαίωμα έχει και ο δήμαρχος της Βάρνα, Κίριλ Γιορντάνοφ, σχολίασαν νομικοί από τον δικηγορικό σύλλογο της πόλης».

 

Παρά την τρομοκρατία, το κίνημα κατέγραψε όπως είδαμε την πρώτη του νίκη: μετά το άγριο χτύπημα των διαδηλωτών από τα ΜΑΤ στις 19 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός Μπορίσοφ έκρινε προτιμότερο να παραιτηθεί την επομένη, για να αποφύγει την πλήρη κατάρρευση μέχρι τις κάλπες του Ιουνίου. Προηγήθηκε η απόλυση του υπουργού Οικονομικών Συμεών Ντιάνκοφ, πρώην στελέχους της Διεθνούς Τράπεζας (1995-2009), που αρνούνταν να καταβάλει στους αγρότες τις νόμιμες επιδοτήσεις, με αποτέλεσμα να απειλείται μαζική κάθοδος εξαγριωμένων -κι εξαθλιωμένων- χωρικών στην πρωτεύουσα. Παρά τις παραιτήσεις, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται όμως, με αυξημένη μάλιστα ένταση. Σύμφωνα με την εισήγηση του προέδρου της χώρας, Ρόσεν Πλεβνελίεφ, στο «Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ασφαλείας» της Τρίτης, την περασμένη Κυριακή πραγματοποιήθηκαν συγκεντρώσεις σε 40 πόλεις με συμμετοχή -κατά την αστυνομία- 150.000 ατόμων.

 

Διεκδικήσεις κι εκπροσωπήσεις

 

Ποια είναι τα αιτήματά τους; Παρακολουθώντας το ακατέργαστο υλικό από διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις κι ομιλίες που έχει αναρτηθεί στο YouTube, διαπιστώνει κανείς μια διττή συνθηματολογία.

 

* Από τη μια, συγκεκριμένες διεκδικήσεις επανακρατικοποίησης του ηλεκτρικού ρεύματος, του δικτύου θέρμανσης και υδροδότησης, στην οποία έρχονται να προστεθούν διάφορα, εξίσου συγκεκριμένα, κλαδικά αιτήματα (οι φοιτητές π.χ. του πανεπιστημίου απαιτούν να ανακληθεί η πρόσφατη αύξηση των διδάκτρων κατά 8%). Προς το παρόν, αυτό που κερδήθηκε είναι η ανάκληση των αυξήσεων στην τιμή του ρεύματος, καθώς η Βουλή παρείχε σχετική εξουσιοδότηση στην αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή (27.2).

 

* Από την άλλη, μια διάχυτη απόρριψη της κυρίαρχης πολιτικής και οικονομικής τάξης συνολικά, με τρόπους και εικόνες που θυμίζουν έντονα τους δικούς μας «αγανακτισμένους» του 2011. Το συνηθέστερο σύνθημα είναι «Μαφία-Μαφία», συνοδευόμενο συχνά από το (ακροδεξιάς κοπής) «Βούλγαροι–παλικάρια!». Οπως και στα καθ’ ημάς, εξαιρετικά σπάνια -αν όχι απαγορευμένα- είναι τα παραδοσιακά κομματικά και πολιτικοϊδεολογικά σύμβολα: μετά βίας διακρίναμε ένα κοκκινόμαυρο ανυπόγραφο πανό, ενώ παντού κυριαρχεί η εθνική σημαία της χώρας. Κεντρική θετική διεκδίκηση, επαναλαμβανόμενη διαρκώς, είναι το αίτημα για «αξιοπρεπή ζωή στη Βουλγαρία».

 

Η σύνθεση αυτών των διαθέσεων σε συγκεκριμένη λίστα αιτημάτων δεν είναι εύκολη υπόθεση. Το περασμένο Σάββατο πραγματοποιήθηκαν τρεις διαφορετικές συσκέψεις εκπροσώπων των κατά τόπους συνιστωσών (δύο στη Σόφια και μία στο Σλίβεν). Η πρώτη απ’ αυτές διατύπωσε το αίτημα για τη σύγκληση συντακτικής συνέλευσης που θα αναδιοργανώσει τη χώρα με βάση ένα πλέγμα θεσμών άμεσης δημοκρατίας, η δεύτερη πρόβαλε κάποια συγκεκριμένα αιτήματα, ενώ η τρίτη δημοσίευσε και σχετικό κατάλογο που αναπαράχθηκε στον Τύπο ως η «πλατφόρμα» του κινήματος. Ο τελευταίος αυτός περιλαμβάνει τις πάγιες διεκδικήσεις του τρίπτυχου φως-νερό-θέρμανση (από βραχυπρόθεσμη αναστολή των εκτελεστικών μέτρων σε βάρος οφειλετών μέχρι επανακρατικοποίηση των δικτύων), αλλά και κάποιες καθαρά πολιτικές μεταρρυθμίσεις: ποινική ευθύνη των βουλευτών για ό,τι ψηφίζουν, σύσταση «κοινωνικού συμβουλίου από ειδήμονες και υποχρεωτική ποσόστωση των πολιτών» για την επεξεργασία της νέας κυβερνητικής πολιτικής, αντικατάσταση της απλής αναλογικής με πλειοψηφικό σύστημα μονοεδρικών περιφερειών.

 

Πώς θα αποκρυσταλλωθεί πολιτικά όλη αυτή η οργή; Στη Βουλγαρία δεν υπάρχει κάποιο ισοδύναμο του δικού μας ΣΥΡΙΖΑ. Η αξιωματική αντιπολίτευση των Σοσιαλιστών προσπαθεί να καρπωθεί τη δυσαρέσκεια, εξαγγέλλοντας π.χ. την επαναφορά της προοδευτικής φορολόγησης των εισοδημάτων (που η δικιά της κυβέρνηση κατήργησε προ εξαετίας), δύσκολα όμως μπορεί να αποφύγει την ταύτιση με την κοινωνική βαρβαρότητα των δυόμισι τελευταίων δεκαετιών. Η απουσία αριστερότερων σχηματισμών αφήνει έτσι ένα ευδιάκριτο κενό, που δεν αποκλείεται καθόλου να καλυφθεί από δυνάμεις της ακροδεξιάς.

 

Η τελευταία είναι οφθαλμοφανώς παρούσα στις γραμμές του κινήματος, η γενικότερη όμως απουσία κομματικών συμβόλων δεν επιτρέπει να διαγνώσουμε διά γυμνού οφθαλμού το πραγματικό ειδικό βάρος της. Το μεγαλύτερο κόμμα του «χώρου», η ΑΤΑΚΑ του Βόλεν Σίντεροφ (βλ. «Ιός», 21.5.2006), παλεύει να εμφανιστεί σαν εκφραστής των συνθημάτων των διαδηλωτών, παραμένει ωστόσο σε απόσταση από τις γραμμές τους: στις 19 Φεβρουαρίου, ενώ οι τελευταίοι χτυπιόντουσαν με τα ΜΑΤ στο κέντρο της Σόφιας, ο Σίντεροφ έβγαζε ανενόχλητος λόγο σε μια διακοσαριά οπαδούς του, ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, προς τιμήν ενός εθνικού ήρωα του 19ου αιώνα! Διαφορετική είναι η περίπτωση του πολύ μικρότερου (και αμιγώς ναζιστικού) «Κινήματος Εθνικής Αντίστασης», αγνοούμε όμως ποια είναι η ακριβής εμβέλειά του.

 

Τα σχετικά ρεπορτάζ κατέγραψαν, τέλος, την παρουσία στις συσκέψεις του περασμένου Σαββάτου κάποιων επώνυμων στελεχών (ή τύποις «πρώην» στελεχών) της «Ενωσης Πολιτών για την Πραγματική Δημοκρατία» (GORD), σχηματισμού που ιδρύθηκε πέρσι από τον αποχωρήσαντα ευρωβουλευτή της ΑΤΑΚΑ, Σλάβι Μπίνεφ. Επιχειρηματίας με πάνω από 100 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους τομείς των νυχτερινών κέντρων και της ιδιωτικής ασφάλειας, ο τελευταίος χαρακτηρίζεται σε παλιότερη έκθεση της αμερικανικής πρεσβείας (από εκείνες που διέρρευσαν προ τριετίας στο Wikileaks) ως ένας από τους νονούς του υπόκοσμου που ελέγχουν την πορνεία, τη διακίνηση ναρκωτικών και το εμπόριο κλεμμένων αυτοκινήτων στη βουλγαρική πρωτεύουσα. Η πραγματική έκταση της εμπλοκής του στις προσπάθειες ελέγχου κι εκπροσώπησης της εξέγερσης, πόσο μάλλον η επιτυχής έκβαση των τελευταίων, είναι ωστόσο κάτι που μόνο ο χρόνος μπορεί να δείξει.

 

Η σκιά της Ελλάδας

 

Σε κάθε περίπτωση, το ελληνικό παράδειγμα πλανιέται πια πάνω από τη Σόφια, όπως ακριβώς το βουλγαρικό στοιχειώνει τα όνειρα των μνημονιακών εταίρων (και τους εφιάλτες των μισθωτών) στη δικιά μας χώρα. «Βουλγαρία: η επόμενη Ελλάδα;», τιτλοφορείται λ.χ. ένα τυπικό «κινδυνολογικό» άρθρο της γερμανικής «Ντόιτσε Βέλε», που αναπαρήγαγαν τα τοπικά ΜΜΕ («Kapital», 25.2). Κάποιοι άλλοι ζηλεύουν την αποφασιστικότητα των δικών μας κυβερνητών, σε αντιδιαστολή προς τον έντρομο Μπορίσοφ: «Κάτω από τα παράθυρα των κυβερνήσεων στην Ελλάδα και την Ισπανία στροβιλίζονται συνεχείς διαδηλώσεις, η αστυνομία δεν χωρατεύει, όμως οι παραιτήσεις είναι το τελευταίο κι όχι το πρώτο μέτρο για την επίλυση της κρίσης» («TEMA», 25.2).

 

Υπάρχουν, τέλος, εκείνοι που προειδοποιούν πως η χώρα τους στερείται το μείζον όπλο της δικής μας: τη δυνατότητα να παρασύρει το ευρώ στην άβυσσο. «Η κατάσταση της Βουλγαρίας εδώ και μια βδομάδα μοιάζει παραδόξως με την ελληνική, παρά την επικρατούσα σ’ εμάς δημοσιονομική σταθερότητα», σημειώνει ο Λιούμπεν Ομπρετένοφ στην αριστερίζουσα «Σεγκά» (21.2), όμως «στη Βουλγαρία δεν πρόκειται να δώσουν την παραμικρή σημασία κατά το βάθεμα της εδώ κρίσης, επειδή δεν είναι μεγάλος οφειλέτης όπως η Ελλάδα. Οπως ξέρουμε, τη μεγαλύτερη προστασία και φροντίδα απολαμβάνουν πάντα αυτοί που χρωστάνε τα περισσότερα».

 

………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

Η «νόμιμη ληστεία» της ιδιωτικοποίησης

 

Τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι προσέφερε, ως γνωστόν, η αύξηση των λογαριασμών του ηλεκτρικού κατά 10-11%. Μολονότι η σχετική απόφαση της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας πάρθηκε τον περασμένο Ιούλιο, οι επιπτώσεις της έγιναν αντιληπτές αφού έπεσαν τα πρώτα κρύα. Το μέσο εισόδημα βρισκόταν έτσι κι αλλιώς σε οριακό επίπεδο, μη μπορώντας να αντέξει την παραμικρή περαιτέρω επιβάρυνση, δραματικές όμως διαστάσεις σ’ αυτή την αύξηση προσέδωσε η διαχείριση της διανομής του ρεύματος από τον ιδιωτικό τομέα. Εδώ και μια δεκαετία σχεδόν (από το 2004), η βουλγαρική ΔΕΗ έχει ιδιωτικοποιηθεί, με κατανομή της επικράτειας μεταξύ τριών επιχειρήσεων – δύο τσεχικών (CEZ κι Energo-Pro) και μιας αυστριακής (EVN). Πάγια πεποίθηση του μέσου πολίτη της γειτονικής μας χώρας είναι πως αυτές οι επιχειρήσεις «φουσκώνουν» συστηματικά τους λογαριασμούς για να πολλαπλασιάσουν τα έσοδά τους. Στα ΜΜΕ δημοσιεύονται εντυπωσιακά παραδείγματα αδικαιολόγητων αυξήσεων, ενώ γεωμετρικά πολλαπλασιάστηκαν τον τελευταίο καιρό οι αιτήσεις καταναλωτών για επανέλεγχο των λογαριασμών τους: μόνο η CEZ δέχτηκε 9.161 προσφυγές μέσα στον Φλεβάρη, έναντι 378 τον Γενάρη («Sega», 27.2). Το μεγαλύτερο όμως σκάνδαλο συνιστά η ίδια η ιδιωτικοποίηση, καθώς ισοδυναμεί με κανονική λεηλασία του Δημοσίου. Το βουλγαρικό κράτος προσφέρει την ενέργεια (που το ίδιο παράγει) προς τις εταιρείες προς 7,2 στοτίνκια την κιλοβατώρα, αυτές δε με τη σειρά τους το διανέμουν στους καταναλωτές προς 17,32 στοτίνκια. Επιβάρυνση -και κέρδη- 140%!

 

Παρόμοια προβλήματα υπάρχουν και με τις εταιρείες θέρμανσης (με υγραέριο), που επίσης βρίσκονται στο στόχαστρο των διαδηλωτών. Σύμφωνα με νόμο του 2001, οι εταιρείες πληρώνονται με βάση όχι την κατανάλωση των νοικοκυριών αλλά με καταμετρήσεις της θερμοκρασίας τους, χειμώνα-καλοκαίρι: ακόμη κι ένας καύσωνας τον Ιούλιο συνεπάγεται έτσι αυξημένα έξοδα θέρμανσης! Ο ίδιος νόμος επιβαρύνει υποχρεωτικά όλα τα νοικοκυριά κάθε πολυκατοικίας, εφόσον έστω κι ένα από αυτά θερμαίνεται. Το ίδιο το γεγονός, ότι σε μια χώρα αρκετά κρύα, αποτελεί μαζικό αίτημα το δικαίωμα στην… απουσία θέρμανσης, είναι από μόνο του εξαιρετικά εύγλωττο για την κοινωνική καταστροφή που έχει επιβάλει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο της Ε.Ε. και του ΔΝΤ. Υπενθυμίζουμε, παρεμπιπτόντως, ότι πρώτιστο αίτημα της τρόικας από την κυβέρνηση Σαμαρά αποτελεί σήμερα η ταχύρρυθμη ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ.

 

Προβλήματα με τις εν λόγω εταιρείες δεν έχει όμως μόνο η Βουλγαρία. Στην Αλβανία η παροχή και διανομή ηλεκτρισμού είχε επίσης παραχωρηθεί στη CEZ, με κάποιο όμως κρατικό έλεγχο στα τιμολόγια. Οταν το περασμένο φθινόπωρο η κυβέρνηση αρνήθηκε να ικανοποιήσει την απαίτηση της εταιρείας για αποκατάσταση των «διαφυγόντων κερδών» της, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια εκβιαστική μείωση της παραγωγής που την υποχρέωσε να αγοράσει εσπευσμένα ρεύμα από το εξωτερικό. Ακολούθησε στις 21 Ιανουαρίου η ανάκληση της άδειας, προς υπεράσπιση όμως της CEZ έσπευσε η ίδια η κυβέρνηση της Πράγας: η στάση του αλβανικού Δημοσίου απέναντι στην εταιρεία, διακήρυξε ωμά ο Τσέχος πρωθυπουργός Πετρ Νέτσας (25.1), «θέτει ερωτήματα για τη δέσμευση της Αλβανίας να ενταχθεί στην Ε.Ε.».

 

……………………………………………………………………………………………………………………………

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

 

Evgenija Kalinova – Iskra Baeva, «Balgarskite Prehodi 1939-2005», εκδ. Paradigma, Σόφια 2006. Εμπεριστατωμένη σκιαγράφηση επτά δεκαετιών «μετάβασης» της Βουλγαρίας, από τον μεσοπολεμικό φασίζοντα καπιταλισμό στον «υπαρκτό σοσιαλισμό» κι από εκεί ξανά στον διεθνοποιημένο καπιταλισμό των ημερών μας, από δύο καθηγήτριες Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας.

 

 

ΣΥΝΔΕΘΕΙΤΕ

 

Kapital (http://www.kapital.bg). Σοβαρή φιλελεύθερη εβδομαδιαία εφημερίδα. Παρά την αντίθεσή της στην κυβέρνηση Μπορίσοφ, δεν κρύβει την αμηχανία της απέναντι στο λαϊκό κίνημα του τελευταίου μήνα.

 

Sega (http://www.sega.bg). Αριστερίζουσα ημερήσια εφημερίδα, η μόνη που δημοσιεύει κάπως εκτενή ρεπορτάζ (και) για τις εσωτερικές διεργασίες του κινήματος.

 

Duma (http://www.duma.bg). Το ημερήσιο όργανο του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Αποκαλυπτικό για την προσπάθεια του τελευταίου να εγκολπωθεί κάποιες από τις διεκδικήσεις των διαδηλωτών, δημοσιεύει επίσης άρθρα υπέρ της «κοινωνικοποίησης» των δικτύων διανομής ηλεκτρικού ρεύματος.

 

Ataka (http://www.vestnikataka.bg). Το εβδομαδιαίο όργανο της ακροδεξιάς «Ατάκα». Εξίσου αποκαλυπτική η προσπάθειά του να εμφανίσει το συγκεκριμένο κόμμα ως τον μόνο αυθεντικό υποστηρικτή των αιτημάτων του κινήματος.

 

CEZ Balgariya (www.cez.bg). Ο ιστότοπος της εταιρείας ηλεκτρισμού που συγκέντρωσε τα περισσότερα πυρά για τους υπέρογκους λογαριασμούς της. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι ιστοσελίδες με τη διαφήμιση του «κοινωνικού προφίλ» της εταιρείας, με χρηματοδότηση πολιτιστικών, «οικολογικών» και -κυρίως- αθλητικών δραστηριοτήτων.

 

 ………………………………………………………………………………………………………………………………………..

 

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ: Τάσος Κωστόπουλος, Αντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς     ios@efsyn.gr

 

 

 

 

Scroll to top